Θωμάς Μπλιάτκας

Ιανουαρίου 25, 2008

Οι Μπούλες της Νάουσας του Χρήστου Ζάλιου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Λαός» Ημαθίας σε δύο συνέχειες, την Κυριακή 11-02-2007 και το επόμενο Σαββατοκύριακο 17&18-02-2007.

http://www.libver.gr/localhistory/text/zalios/ZaliosMpoulesNaousas.pdf

 Η ονομασία του εθίμου Μπούλες της Νάουσας
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολιτιστικά Δρώμενα», αρ.εκδ. 43, Μάρτ.-Απριλ.-Μάιος 2007, σελ. 27-31.

Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.

Στο αποκριάτικο αυτό έθιμό μας, έχει δοθεί πολύ πετυχημένα ο ορισμός χορευτικό δρώμενο, γιατί η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.

Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή

προφορική παράδοση είναι:

• Η συγκρότηση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και

τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ’ αυτό.

• Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες.

• Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.

• Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.

• Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.

Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας.

Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχείατου, την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.

Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέχουν και περισσότεροι.

Στο μπουλούκι, από πολύ παλιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.

Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας του εθίμου, η κυρίαρχη ονομασία που χαρακτηρίζει το μπουλούκι είναι Μπούλες, ενώ αυτή που χαρακτηρίζει το άτομο που συμμετέχει στο μπουλούκι κατ’ άλλους είναι Μπούλα και κατ’ άλλους Γενίτσαρος.

Ας δούμε όμως τις γραπτές αναφορές που υπάρχουν αναφορικά με την ονομασία του εθίμου.

Ο ιστορικός της Νάουσας Ε. Στουγιαννάκης στο βιβλίο του Ιστορία της πόλεως Ναούσης,

σελ. 54, Εν Εδέσση 1924, αναφέρει μόνο την ύπαρξη γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων

χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση. Παραθέτω ακριβώς το απόσπασμα που αναφέρεται στους Ναουσαίους: «Δια δε τον ελληνισμόν των επιχειρήματα θα ήσαν: πρώτιστον πάντων ή

κρατούσα ελληνική γλώσσα, το ελληνικόν εθνικόν συναίσθημα, τα ήθη, τα έθιμα και αι έλληνικαί παραδόσεις, αι κατά τας απόκρεως συνήθειαι των γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων, τα ελληνικά τοπωνύμια».

Για την προέλευση της ονομασίας Μπούλα ο Θεόδωρος Ζιώτας στο βιβλίο του «Μπούλες

της Νάουσας» μας παραθέτει τις εξής ερμηνείες :

1. Η λατινική λέξη «Bulla» (Μπούλα) εκτός των άλλων σημαίνει και α) ομφαλωτό κόσμημα ζωνών και θυρών, β) περιδέραιο, το οποίο φορούσαν οι Ρωμαίοι στα αγοράκια τους σαν στολίδι. Επειδή η φορεσιά της ναουσαίϊκης Μπούλας είναι γεμάτη από ποικιλόμορφα κοσμήματα, βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι «Μπούλα» σημαίνει αυτός που φέρει στη στολή του διάφορα κοσμήματα (ασημικά, χρυσαφικά κλπ.).

2. Στην Ήπειρο, ειδικότερα στη Θεσπρωτία, απαντά εν χρήσει το ρήμα «Μπουλώνω» το οποίο σημαίνει «καλύπτω», «σκεπάζω». Μπούλωμα, λοιπόν, είναι το «σκέπασμα», το «κάλυμμα» και βεβαίως, το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει μέρος ή ολόκληρο το πρόσωπο.

Κατά τα προαναφερθέντα η λέξη «Μπούλα» σχετίζεται άμεσα εννοιολογικά με τα ποικιλόμορφα κοσμήματα και με το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει το πρόσωπο, στοιχεία που χαρακτηρίζουν έντονα τις Μπούλες της Νάουσας.

Όταν λοιπόν οι Ναουσαίοι λένε «έρχονται οι Μπούλες» ακριβολογούν γιατί εννοούν ότι έρχονται αυτοί που φορούν προσωπεία και που φέρουν πάνω τους ποικιλόμορφα κοσμήματα.

Η λέξη γενίτσαρος είναι μεταγενέστερη και σίγουρα δεν είναι αυτή που χαρακτηρίζει το έθιμο. Πάντα στη Νάουσα ακουγόταν και θα ακούγεται όταν περνά το μπουλούκι των τελεστών του εθίμου, «έρχονται οι Μπούλες», «περνάνε οι Μπούλες», «θα πάμε να δούμε τις Μπούλες» και ποτέ δεν ακούστηκε η φράση, περνάνε οι γενίτσαροι, πάμε να δούμε τους γενίτσαρους.

Ο Στέργιος Αποστόλου, ιστορικός της Νάουσας, στο βιβλίο του (Σύμμεικτα τ. Α΄) συνηγορεί στο ότι η ονομασία του εθίμου πρέπει να επανεκτιμηθεί και μάλλον να περιοριστεί στο Μπούλες διότι το γενίτσαρος φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με το έθιμο.

Ο ερευνητής και συγγραφέας της Νάουσας Μανώλης Βαλσαμίδης σε όλα τα βιβλία και τα συγγράμματά του είναι υπέρμαχος του όρου Μπούλες και απορρίπτει εντελώς τον όρο γενίτσαρος θεωρώντας τον άσχετο με το έθιμο.

Ο συγγραφέας Θωμάς Γαβριηλίδης στο άρθρο του «Γυανίτσαρος και Μπούλα» στο περιοδικό Νιάουστα (τ.71, 1995) κάνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την προέλευση του εθίμου από τα αρχαία ελληνικά μακεδονικά έθιμα. Πιθανολογεί ότι το έθιμο είναι αναπαράσταση του γάμου του Διόνυσου με τη Βασίλινα, τη γυναίκα του εκάστοτε βασιλιά. Αφού αναφέρεται στο έθιμο με την ονομασία Μπούλες στη συνέχεια διαχωρίζει τα ονόματα του αρχηγού του μπουλουκιού και της νύφης-Μπούλας σε Γιανύτσαρος και Μπούλα.

Σε μια προσπάθεια να μας απαλλάξει από την αρνητική έννοια του «γενίτσαρος», βασιζόμενος σε μια υπόθεσή του το μετατρέπει σε Γιανύτσαρος παραπέμποντας στο Διόνυσο (Διόνυσος, Γιάνουσος, Γιάνυτσος, Γιανύτσαρος και τα μέλη του μπουλουκιού Γιανυτσάρια, Γιανυτσαραίοι ως ακόλουθοι του Γιανύτσαρου, Γιάνυτσου-Διόνυσου). Του διαφεύγει όμως ότι ο όρος γενίτσαρος και γενίτσαροι χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως τα Λεχαινά, η Τζιά, η Πάτρα κ.α.

Την εκδοχή αυτή ασπάζεται και ο Τάκης Μπάιτσης και τιτλοφορεί το βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας».

Στο Iστορικό Λεξικό της Nέας Eλληνικής που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1980, υπάρχουν πολλά παραδείγματα που συνηγορούν στο ότι οι λέξεις γενίτσαρος και γιανίτσαρος είναι συνώνυμες και η διαφορά τους είναι θέμα τοπικής ντοπιολαλιάς.

Ας προσπαθήσουμε όμως να διερευνήσουμε γιατί προστέθηκε στο έθιμο και η λέξη γενίτσαρος.

Ο δάσκαλος Δημητριάδης Δημ. σεάρθρο του στη φωνή Ναούσης στις 27-2-1955 γράφει ότι η ονομασία γενίτσαρος μπήκε για να ξεγελά τους Τούρκους. Απλοϊκή ερμηνεία αλλά ίσως όχι και τόσο απίθανη, τουλάχιστον εν μέρη.

Η λέξη γενίτσαρος σίγουρα στο πέρασμα των αιώνων απόκτησε κατά περιόδους διαφορετικές έννοιες. Υπήρχαν περίοδοι που η λέξη γενίτσαρος ήταν συνώνυμο του άγριος, βάρβαρος, σκληρός, απάνθρωπος κλπ. (ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα).

Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής, που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, η ερμηνεία που δίνεται στις λέξεις γενιτσαρισμός και γενιτσαριά, είναι: Αυθαιρεσία, πράξις σκληρά ή συμπεριφορά αυθάδης και παράνομος, αρμόζουσα εις γενιτσάρους.

Ο Ιωάννης Ψύλλας μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή όσον αφορά το γιατί αποκαλούσαν τους Έλληνες της μεσαίας τάξης στη Τζια του ΙΗ΄ αιώνα, γενίτσαρους. Στο βιβλίο του Ιστορία της νήσου Κέας, Εν Αθήναις 1921, περιγράφοντας την ενδυμασία των κατοίκων της Τζιάς κατά τον ΙΗ΄ αιώνα ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν, μας λέει για τη μεσαία τάξη: «Οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης ονομάζονταν μαυροβρακάτοι και γενίτσαροι επειδή φορούσαν μαύρα βρακιά και επειδή διέπρατταν αυθαιρεσίες». Ας σταθούμε σ’ αυτό το τελευταίο, τις αυθαιρεσίες. Ο γενίτσαρος πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στην αυθαιρεσία. Οι ξένοι περιηγητές που επισκέπτονταν την Ελλάδα το 17ο και 18ο αιώνα, για να είναι πάντα ασφαλείς στην τουρκική επικράτεια έπαιρναν ως σωματοφύλακα από τις τουρκικές αρχές ένα γενίτσαρο. Αυτός τους προστάτευε από τους ληστές και ήταν υπεύθυνος να τους βρει κατάλυμα και τροφή. Έμπαινε σε όποιο σπίτι Έλληνα ήθελε και απαιτούσε φιλοξενία με το ζόρι και δωρεάν. Μπορούσε χωρίς να πληρώσει να πάρει το άλογο ενός χωρικού άσχετα αν ο νόμος το απαγόρευε και να μη δώσει λόγο σε κανένα. Αυτές και πολλές άλλες αυθαιρεσίες ήταν κοινό γνώρισμα των γενιτσάρων.

Ας δούμε τώρα εάν το έθιμό μας οι Μπούλες έχει σχέση με αυθαιρεσίες. Την περίοδο τηςτουρκοκρατίας όταν άρχιζε να βραδιάζει απαγορευόταν στους Έλληνες να κυκλοφορούν χωρίς φανάρι. Αν τους συναντούσε Τούρκος στο δρόμο το λιγότερο που θα πάθαιναν ήταν ένας άγριος ξυλοδαρμός. Αυτό βέβαια στην προεπαναστατική Νάουσα δεν ίσχυε τόσο λόγω των προνομίων που είχε αποκτήσει. Στα μάτια όμως των Τούρκων της Βέροιας και της γύρω περιοχής δεν έπαυε να είναι ένα αγκάθι. Μετά το 1822 σίγουρα είχαν αλλάξει τα πράγματα και μέσα στη Νάουσα, καθώς εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι.

Αυθαιρεσία πρώτη. Οι Μπούλες φορώντας την κλεφταρματολική ενδυμασία περιφέρονταν όλη τη νύχτα χορεύοντας μέχρι το ξημέρωμα χωρίς φανάρια.

Αυθαιρεσία δεύτερη. H προσωπίδα, που εμπόδιζε τους Τούρκους να ελέγχουν ποιοί είναι οι μασκαρεμένοι.

Αυθαιρεσία Τρίτη, η ενδυμασία του εθίμου.Η ενδυμασία των τελεστών του εθίμου δηλαδή η κοντή φουστανέλα, το γιλέκι το μεϊτάνι, το σελιάχι, οι τοκάδες τα κιουστέκια, τα χαϊμαλιά, παραπέμπουν στη φορεσιά των κλεφταρματολών της Ρούμελης. Στην περιγραφή που κάνει ο λόγιος Κωνσταντίνος Ζήσιος της φορεσιάς των κλεφταρματωλών της Ρούμελης στο βιβλίο του «Νικοτσάρας, Εν Αθήναις 1889» οι ομοιότητες είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς.

Ο ιστορικός της Νάουσας Στουγιαννάκης αναφέρεται σε γενιτσαρικούς και κλέφτικους ομίλους. Είναι όμως πολύ πιθανόν, λέγοντας κλέφτικους ομίλους να αναφέρεται στις Μπούλες λόγω της ενδυμασίας που παραπέμπει στην κλεφταρματολική και με το γενιτσαρικούς ομίλους να εννοεί τα «τουρκάκια» ή και κάποιο μπουλούκι ντυμένο με γενιτσαρικές στολές πράγμα που συνηθίζονταν τις αποκριές.Η πιο γοητευτική για τους Έλληνες αποκριάτικη εκδήλωση ήταν να μασκαρεύονται σε βοεβόδες, γενίτσαρους, μπέηδες, καδήδες και άλλους Τούρκους αξιωματούχους και να παρελαύνουν στους δρόμους με τους ακολούθους τους ντυμένους επίσης τούρκικα. Ειδικά στη Νάουσα μέχρι και τη δεκαετία του 1930 τις αποκριές ντύνονταν «Τουρκάκια».Tουρκάκια. Aπόκριες στη Nάουσα 1920 – 1922. 

¶λλωστε κλέφτικους ομίλους με την αρματολική ενδυμασία που φορούν οι Μπούλες της Νάουσας (εάν αφαιρέσουμε την προσωπίδα και το ταράμπουλο), αναφέρει στη διπλανή μας Βέροια και ο ιστορικός της Αναστάσιος Χριστοδούλου.

Σε απόσπασμά του για το καρναβάλι της Βέροιας διαβάζουμε: «H Βέροια έφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια που παρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δουλείας, κατά τους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν στις Εθνικές εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρματολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια,σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας Εθνικά άσματα. Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους εμείς αποκαλούσαμε «Καπεταναραίους», συνόδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκτες καίτοι Τουρκόγιουφτοι,γνώριζαν εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ακούγονταν ευχάριστα όταν τα έπαιζαν».

(Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960).

Για να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία που είχε εκείνα τα χρόνια η ενδυμασία παραθέτω τα εξής : Φιρμάνι του 1806 καθόρισε με αυστηρότητα την ενδυμασία των ραγιάδων.Τους χώριζε σε τρεις τάξεις, κάθε τάξη είχε και τη δικιά της φορεσιά. Όσοι ανήκαν στην τρίτη τάξη δεν είχαν δικαίωμα να φορούν παπούτσια και κάλτσες, εκτός αν μετατάσσονταν στη δεύτερη πληρώνοντας ετήσιο φόρο 75 ή 100 γρόσια. Εκατό χρόνια πριν, το 1703, απαγορευόταν με φιρμάνι στους Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους σε όλη την επικράτεια να φορούν χρωματιστά ρούχα και κίτρινα παπούτσια καθώς και γούνες από κουνάβι, σαμούρι, ερμίνα, αστραχάν κλπ. Και τέταρτη και πιο σοβαρή από όλες τις αυθαιρεσίες που παρουσίαζε το έθιμο ήταν η Πάλα, το γιαταγάνι. Οι Μπούλες γυρνούσαν στους δρόμους χορεύοντας οπλισμένοι. Ο δάσκαλος και λόγιος της Νάουσας Σταύρος Χωνός γράφει σχετικά με το έθιμο, στην εφημερίδα «Νάουσα» στις 4-3-1928: «Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν, έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και πάλι. Όπου βαθέως εριζωμένο ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν».Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι οι νέοι που ντύνονταν Μπούλες στο αποκριάτικο έθιμόμας, από κάποια περίοδο και μετά άρχισαν να αποκαλούνται και γενίτσαροι λόγω των πολλών αυθαιρεσιών που διέπρατταν τελώντας το τελετουργικό του εθίμου. Όλοι οι Ναουσαίοι γνωρίζουμε βέβαια ότι εκτός από αυτά που προαναφέρθηκαν, υπήρχαν και πολλά άλλα όπως οι επαναστάτες που πολλές φορές κρύβονταν κάτω από την προσωπίδα, τα χρήματα που μάζευαν για τον αγώνα, τα κλέφτικα και πατριωτικά τραγούδια που ενσωματώθηκαν στο έθιμο κλπ.

Σήμερα μετά από πολλά χρόνια, μπορούμείσως να δούμε καθαρότερα και να διατηρήσουμε την ονομασία Μπούλες η οποία χαρακτηρίζει στην κυριολεξία το έθιμό μας και να αποβάλουμε το γενίτσαρος, που μόνο μεταφορική έννοια μπορεί να είχε για όσους χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο, καθώς τίποτα στο τελετουργικό του εθίμου μας δεν παραπέμπει στους γενίτσαρους της περιόδου της τουρκοκρατίας.

Βιβλιογραφία για το έθιμο Μπούλες

1. Αγοραστός Δημήτρης, «Οι Μπούλες πριν εξήντα χρόνια» περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 6, έτος 1979.2. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, τόμος τέταρτος τεύχος δεύτερον, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1980.

3. Αποστόλου Στέργιος, Οι Γενίτσαροι του τουρκικού στρατού και οι Μπούλες του Ναουσαίϊκου αποκριάτικου εθίμου, Έρευνα σε αλβανικές πηγές, Σύμμεικτα τ. Α΄ Μακεδονικές Μελέτες, Νάουσα, 1992.

4. Βαλσαμίδης Μανώλη, Οι ρυθμοί των τραγουδιών του δρώμενου «Μπούλες της Νάουσας», Νάουσα 2004.

5. Βαλσαμίδης Μανώλης, «Οι τοπικοί μας χοροί», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 5, έτος 1979.

6. Βαλσαμίδης Μανώλης, Οι Μπούλες της Νιάουστας, Σεμινάριο Μελίκης 2003.

7. Γαβριηλίδης Θωμάς, Γιανύτσαρος και Μπούλα (η ιστορία των ονομάτων), περιοδικό Νιάουστα τ.70-71.

8. Γκούτας Φ. Αχιλλέας, Η Νάουσα στον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1999.

9. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα και στα Λεχαινά», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 73, έτος 1995.

10. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες υπάρχουν και στην Ηλεία», εφημερίδα Φωνή Ναούσης, 17/2/1996.

11. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι στην παλαιά Νάουσα», Φωνή Ναούσης 13/3/1955.

12. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι της Ναούσης άλλοτε και σήμερα», Φωνή Ναούσης 27/2/1955.

13. Δρανδράκης Λ., Ο αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό δημοτικό χορό, Αθήνα, 1993.

14. Ένθετο από το CD του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών, «ΜΠΟΥΛΕΣ» ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ.

15. Ζάλιος Χρήστος, Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος (1870-1942), ο πρώτος Ναουσαίος ζουρνατζής, εφημ. Νέοι Καιροί,

17/2/2007.

16. Ζάλιος Χρήστος, Η ιστορία του καρναβαλιού μας, εφημ. Nέο Βήμα, 16/2/2007.

17. Ζάλιος Χρήστος, Οι Μπούλες της Νάουσας, εφημ. Λαός Βέροιας 11/2/2007 και 17-18/2/2007.

18. Ζιώτας Μ. Θεόδωρος. Οι Μπούλες της Νάουσας, Νάουσα, 2003.

19. Κουκούλος Ι. Γ., ΟΙ ΜΠΟΥΛΕΣ, εφημ. ΝΑΟΥΣΑ, 26-2-1928.

20. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ, Βέροια 2003.

21. Μελίκης Γιώργης, Ένθετο από το CD Ζουρνάδες και νταούλια, σελ.5.

22. Μπάϊτσης Τάκης, «Κωσταντούλης ο λαϊκός ποιητής της Νιάουστας – Οι Μπούλες στη Θεσσαλονίκη το 1909», Νάουσα, 1982.

23. Μπάϊτσης Τάκης, Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας, Θεσσαλονίκη, 2001.

24. Νίκου Κ., Αποκριάτικο άλμπουμ με αναμνήσεις του Τρυφ. Χατζητρύφων, περ. Νιάουστα, τ. 2, σελ.20.

25. ΣαμαράΧ. Θάλεια, Μπούλιες, Στον Μακεδονικό Αγώνα, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1969.

26. Σούγγαρης Κωσταντούλης, Αποκρεά εις την Νάουσαν, εφημ. Νάουσα, 4-3-1928.

27. Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Νάουσα, 2003.

28. Στουγιανάκης Ευστάθιος, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, Εν Εδέσση 1924.

29. Στράτου Ν. Δόρα, Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί, σελ. 85-88, Αθήνα 1976.

30. Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό λεξικό, Αθήνα 1993.

31. ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα.

32. Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960.

33. Χωνός Σταύρος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ», εφημερίδα Νάουσα 4/3/1928, γράφει με το ψευδώνυμο ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ.

Ιανουαρίου 23, 2008

Σχολή Αριστοτέλους

ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Ιερός χώρος παγκόσμιας σημασίας  
Τόπος με παγκόσμιο ενδιαφέρον είναι η Σχολή Αριστοτέλους, 2 χλμ. περίπου από την σημερινή Νάουσα, στη θέση Ισβόρια. Είναι το μέρος με τα τρεχούμενα νερά και τα βαθύσκιωτα σπήλαια που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπου ο μέγιστος φιλόσοφος της αρχαιότητας δίδαξε το μεγαλείο της κλασσικής Ελληνικής σκέψης και τα ιδανικά της Πλατωνικής φιλοσοφίας στον γιο του Βασιλέα της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, τον Αλέξανδρο και τους άλλους ευπατρίδες της Μακεδονικής Αυλής. Η συνάντηση αυτών των δύο μέγιστων προσωπικοτήτων του αρχαίου κόσμου στο Νυμφαίο της Μίεζας έμελλε να επηρεάσει καθοριστικά το μέλλον της ανθρωπότητας, και ολόκληρου του Δυτικού Πολιτισμού.
Ο χώρος που καταλαμβάνει το Νυμφαίο, δηλαδή το ιερό το αφιερωμένο στις Νύμφες, είναι ένα πολύ εντυπωσιακό φυσικό τοπίο, όπου τα αρχαία λείψανα – ο τοιχοβάτης μιας διώροφης στοάς με ιωνικούς κίονες σε σχήμα Π – συνδυαζόμενα με τρεις φυσικές σπηλιές που υπάρχουν εκεί, αποτελούν τον κύριο χώρο της σχολής. Η κάθετη επιφάνεια του βράχου, όπου φαίνονται οι οπές για τη στήριξη των δοκαριών της στέγης, αποτελούσε το πίσω μέρος της σκιερής στοάς, που χτίστηκε τότε (350 π.Χ. και μετά), όπου δίδασκε ο Αριστοτέλης «τον ηθικόν και πολιτικόν λόγον (Πλούταρχος VII, 668) στους νεαρούς βλαστούς των Μακεδόνων ευγενών. Το τοπίο όπου ο Δάσκαλος περιδιάβαζε με τους μαθητές του στα παρόχθια, γεμάτα από πυκνή βλάστηση μονοπάτια, ενώ γύρω τους ανάβλυζαν από τις πηγές και κυλούσαν ήρεμα δροσερά ρυάκια, συμπληρώνεται λίγο πιο πέρα με ένα ακόμη μεγαλύτερο σπήλαιο, με δύο λαξευμένες εισόδους, και σαφή λατρευτική χρήση.
 ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ  Σύγχρονο Κέντρο πολιτισμού και αναψυχής
Το Πολιτιστικό Κέντρο Σχολής Αριστοτέλους είναι ένα ολοκληρωμένο κέντρο Πολιτισμού και αναψυχής. Βρίσκεται στην περιοχή «Ισβόρια»
χλμ. από το Κέντρο της Νάουσας, και στον χώρο που περιβάλλει το αρχαιολογικό μνημείο της Σχολής Αριστοτέλους, το «Νυμφαίο της Μίεζας». Ανήκει στο Δήμο Νάουσας και είναι δωρεά της οικογένειας του μεγάλου ευεργέτη της πόλης, Χρήστου Λαναρά.
Η μοντέρνα αρχιτεκτονική μορφή του κτιρίου όπου κυριαρχούν το ξύλο, το μέταλλο και η πέτρα, εναρμονίζονται με το φυσικό περιβάλλον της περιοχής.
Στις εγκαταστάσεις του Πολιτιστικού Κέντρου λειτουργούν:
εκθεσιακός χώρος
αίθουσα συνεδρίων και προβολής.
χώρος υποδοχής-εξυπηρέτησης επισκεπτών
αναψυκτήριο-εστιατόριο
χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και λεωφορείων
Στους άνετους χώρους του Πολιτιστικού Κέντρου, ο επισκέπτης μπορεί, αφού ξεναγηθεί στον αρχαιολογικό χώρο της Σχολής Αριστοτέλους, να ενημερωθεί για την ιστορία και τη σημασία του μνημείου και να αποκτήσει βιβλία, έντυπα, cd-rom, dvd αναμνηστικά είδη δώρων κλπ.
Η αίθουσα συνεδρίων (80 θέσεων) είναι υψηλών προδιαγραφών. Διαθέτει σύγχρονα οπτικοακουστικά συστήματα (προβολής, ήχου και μεταφραστικό κέντρο). Έτσι είναι ιδανικός χώρος για τη φιλοξενία συνεδρίων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και εκδηλώσεων. Επίσης, στην αίθουσα γίνονται προβολές ταινιών και video με θέμα το έργο του φιλόσοφου Αριστοτέλη, τους αρχαιολογικούς χώρους (Σχολή Αριστοτέλους, Μακεδονικοί Τάφοι Ανθεμίων, Αρχαίο θέατρο Μίεζας) και για την ιστορία της Ηρωικής πόλης Νάουσας.
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ 
Το Πρόγραμμα Λειτουργίας της Σχολής
Το Πολιτιστικό Κέντρο Σχολής Αριστοτέλους λειτουργεί ως εξής:
Δευτέρα-Παρασκευή: 09:00-14:00
Σάββατο-Κυριακή: 09:00-20:00
Με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του κοινού η διοργάνωση εκδηλώσεων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η φιλοξενία συνεδρίων, καθώς και η επίσκεψη οργανωμένων εκδρομέων (group) γίνεται μετά από επικοινωνία με τη Διεύθυνση του Πολιτιστικού Κέντρου.
 

Παραγωγή τσίπουρου και κρασιού

Κατηγορίες: Κρασί & Τσίπουρο — tomasnao @ 6:22 μμ
Tags: , ,

Παραγωγή τσίπουρου και κρασιού

 

Παραγωγή τσίπουρου

Απόσταγμα, λοιπόν, είναι το ποτό το οποίο λαμβάνουμε δια τής μεθόδου τής αποστάξεως. Αρκεί : Όχι ! Ας αφήσουμε λοιπόν τούς ορισμούς για να πούμε δύο λόγια για τη διαδικασία τής απόσταξης εν συντομία:
· Η αλκοολούχος πρώτη ύλη μαζί με άλλα μυρωδικά μπαίνουν στο βραστήρα.
· Η αλκοόλη και άλλα πτητικά συστατικά εξατμίζονται και ακολουθούν το σωλήνα που οδηγεί στον ψύκτη.
· Εκεί υγροποιούνται και πάλι και συλλέγονται σε δοχεία.
Αυτά είναι μόνο οι γενικές αρχές τής απόσταξης, που, δεν θα υπερβάλαμε αν τη χαρακτηρίζαμε επιστήμη. Η πρώτη ύλη είναι φυτικής προέλευσης. Τα σάκχαρα που περιείχε υπέστησαν αλκοολική ζύμωση και μετατράπηκαν σε αιθυλική αλκοόλη, αν όλα πήγαν καλά. Διότι αν δεν πήγαν θα περιέχει ποσότητα μεθυλικής αλκοόλης (ξυλόπνευμα) η οποία είναι τοξικότατη. (Αυτός είναι ο λόγος -ή τουλάχιστον ένας από τούς λόγους- πού οι εγκαταστάσεις απόσταξης και η ικανότητες των παραγωγών υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους από την πολιτεία). Η πρώτη ύλη μπορεί να είναι φρούτο, δημητριακό, πατάτα, ζαχαροκάλαμο και ότι άλλο βάζει ο νους σας. Μπορεί ακόμα να είναι κρασί (αποστάγματα οίνου ήτοι τα διάφορα μπράντυ). Επίσης με απόσταξη παίρνουμε πολλά λικέρ.

Τσίπουρο ή ρακί

Στην Κρήτη ονομάζεται τσικουδιά ή ρακή (η). Σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής συναντάμε ένα παρόμοιο ποτό ονόματι arak. Το τσίπουρο είναι απόσταγμα από στέμφυλα (ή στράφυλα ή τσίπουρα) δηλαδή από τα ράκη των σταφυλιών που μένουν μετά το πάτημα και την εξαγωγή του μούστου για την παραγωγή κρασιού. Τα στέμφυλα για να μας δώσουν αλκοολούχο απόσταγμα θα πρέπει αφενός να μην έχουν αποστραγγιστεί εντελώς (τα στέμφυλα από μηχανόπρεσσες περιέχουν ελάχιστο μούστο και δεν κάνουν) και αφετέρου να έχουν υποστεί αλκοολική ζύμωση ώστε τα σάκχαρα του εναπομένοντος μούστου να μετατραπούν σε αλκοόλη. Με άλλα λόγια πρέπει να μείνουν για κάποιες μέρες σε δοχείο. Άλλες φορές ζυμώνονται μόνα τους στο δικό τους δοχείο και άλλες μαζί με τον μούστο που πάει για κρασί (επιπλέουν στην επιφάνεια των κάδων), όταν θέλουμε να πάρουμε κρασί πλούσιο σε τανίνες. Το δεύτερο συνήθως συμβαίνει στην ερυθρή οινοποίηση.Τσίπουρο μπορούμε να πάρουμε τόσο από λευκά όσο και από κόκκινα σταφύλια. Η ζύμωση διαρκεί περίπου 30 μέρες όταν τα στέμφυλα ζυμώνονται μόνα τους και πολύ λιγότερο όταν ζυμώνονται μαζί με το μούστο. Η απόσταξη του τσίπουρου είναι ολόκληρη επιστήμη και θα ασχοληθούμε μαζί της επί τροχάδην. Στον αποστακτήρα προστίθενται εκτός από τα στέμφυλα και διάφορες αρωματικές ύλες σε ποσότητες και αναλογίες που συνήθως είναι μυστικά του κάθε μάστορα. Υπάρχει όμως και τσίπουρο χωρίς καμία άλλη πρόσμιξη. Χρησιμοποιείται ο γλυκάνισος, ο μάραθος κ.α. ενώ στην Κρήτη συνηθίζονται πολύ τα φύλλα καρυδιάς. Ο γλυκάνισος είναι αυτός που κάνει το τσίπουρο (και το ούζο) να “γαλανώνει”, να ασπρίζει δηλ. με την προσθήκη νερού. Στην Κρήτη δεν χρησιμοποιείται καθόλου γι’ αυτό και η τσικουδιά δεν γαλανώνει ποτέ.
Η απόσταξη χωρίζεται σε κεφαλή, καρδιά και ουρά. Η κεφαλή έχει μεγάλο αλκοολικό βαθμό και είναι πλούσια σε αλδεϋδες που δίνουν μια “σκουριασμένη” γεύση στο τσίπουρο ενώ η ουρά περιέχει πολλές ανώτερες αλκοόλες που βαραίνουν τη γεύση και το άρωμα. Απομακρύνονται και μπαίνουν ξανά στον αποστακτήρα μαζί με την επόμενη παρτίδα ενώ η καρδιά κρατιέται. Η καρδιά μπορεί να περάσει ξανά από απόσταξη. Το διπλοαποσταγμένο τσίπουρο έχει καθαρότερο και λεπτότερο άρωμα και γεύση. Πολλή προσοχή χρειάζεται για τον περιορισμό του ποσοστού της μεθυλικής αλκοόλης (ξυλοπνεύματος) που είναι τοξικότατη για το νευρικό σύστημα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που δεν επιτρέπεται στον καθέναν να αποστάζει αλλά μόνο σε πιστοποιημένους μαστόρους με ειδική άδεια. (Εντάξει, υπάρχουν και άλλοι λόγοι αλλά… ο νοών νοήτω). Το τελικό απόσταγμα μπορεί να αναμιχθεί με νερό για να επιτύχουμε τους επιθυμητούς αλκοολικούς βαθμούς. Καλή περιεκτικότητα θεωρείται αυτή των 38-45 vol αλλά, περί ορέξεως…
Αν και το τσίπουρο ορίζεται σαν απόσταγμα στέμφυλων στην καθομιλουμένη μπορεί να χαρακτηρίζει και αποστάγματα άλλων φρούτων, κυρίως άγριων. Έτσι στη Μακεδονία αγαπούμε π.χ. το κουμαρίσιο ρακί, στην Κρήτη συνηθίζεται η μουρνόρακη (από μούρα). Στην Ιταλία παράγεται ένα παρόμοιο ποτό η grappa, από απόσταξη ολόκληρων σταφυλιών ή ζυμωμένου μούστου. Το τσίπουρο δεν θα πρέπει να συγχέεται με το ούζο.

Το ούζο -σε αντίθεση με το τσίπουρο- μόνο σε μικρό μέρος είναι προϊόν απόσταξης σταφυλιών. Είναι βιομηχανικό μίγμα καθαρής αλκοόλης, νερού και αρωματικών ουσιών με κύριο το γλυκάνισο. Σύμφωνα με το νόμο για να ονομαστεί ένα προϊόν ούζο πρέπει:
να παράγεται στην Ελλάδα (ονομασία προέλευσης)
Να έχει αρωματιστεί δια της διαβροχής ή δια τής απόσταξης με σπόρους γλυκάνισου. Προαιρετικά με μάραθο, μαστίχη Χίου και άλλα μυρωδικά.
Το ποσοστό του όγκου που έχει αρωματιστεί με απόσταξη πρέπει να είναι τουλάχιστον 20%. Με αυτό δεν εννοούμε ότι το 20% προέρχεται από απόσταξη στέμφυλων αλλά ότι με απόσταξη το οινόπνευμα αντλεί το άρωμα των μυρωδικών.
Λέγεται ότι η ονομασία προέρχεται από το εξής περιστατικό: Μια Ιταλική (ή Επτανησιώτικη) εμπορική εταιρεία είχε συσκευάσει μια παρτίδα τσίπουρου εξαιρετικής ποιότητας και πολύ πλούσιου σε γλυκάνισο
Στα κιβώτια αναγράφονταν η ένδειξη “USO MASSALIA” δηλ. για χρήση στη Μασσαλία, προορισμός Μασσαλία. Αυτό έγινε “σλόγκαν” και για αρκετό καιρό σήμαινε το πολύ καλό τσίπουρο. (πώ πώ! Αυτό είναι… ούζο Μασσαλία!). Το σλόγκαν γρήγορα συντμήθηκε (έφυγε το “Μασσαλία”). Αρκετά αργότερα το ούζο τυποποιήθηκε σαν άλλο, ξεχωριστό ποτό. Ανήκει στα ανιζέ (aniset) και μοιάζει πολύ με το γαλλικό περνό (pernod), (Ίσως γι’ αυτό το αγαπούσαν τόσο στη Μασσαλία).

Από που προέρχονται οι λέξεις ” Κρασί ” και “Οίνος”

Η λέξη “κρασί” αντικατέστησε τη λέξη “οίνος” στους βυζαντινούς χρόνους -η αντικατάσταση αυτή επιταχύνθηκε ίσως από το ότι ο “οίνος” (όπως και ο “άρτος”) αποτελούσε πλέον όρο του χριστιανικού λειτουργικού-θρησκευτικού λεξιλογίου, μετατράπηκε δηλαδή σε “λέξη ταμπού”. Η λέξη κατάγεται, με μεσολάβηση των τύπων κρασίν “κρασίον”, από τη λέξη κράσις = ανάμειξη, που με τη σειρά της είναι παράγωγο του ελληνικού θέματος κρα- “ινδοευρωπαϊκό θέμα kera” (το ρήμα κεράννυμι = αναμειγνύω και το ουσιαστικό κρατήρ = σκεύος ανάμειξης). Η ετυμολογία της λέξης αντανακλά τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να πίνουν το κρασί τους ανακατεμένο με νερό.
Η λέξη “οίνος” μαρτυρείται στην ελληνική γλώσσα ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους (στη γραμμική Β: wo-no, μεταγραφόμενο : Fοίνος), ωστόσο δεν είναι γνωστή η προέλευσή της. Η λέξη απαντάται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες της Μεσογείου καθώς και στις περισσότερες της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας. Οι τύποι των σημιτικών γλωσσών (εβρ. jajin, αραβ. wain) θεωρούνται δάνεια από γειτονικούς λαούς.
Οι κελτικοί τύποι (αρχ. ιρλανδ. fin, γαλατ. gwin) θεωρούνται δάνειο από τη λατινική γλώσσα (vinum), κάτι που ορισμένοι δέχονται και για το γοτθικό-γερμανικό wein, από το οποίο με τη σειρά τους κατάγονται πιθανότατα οι τύποι των σλαβικών και βαλτικών γλωσσών. Υποστηρίχθηκε ότι η καταγωγή της λέξης είναι ινδοευρωπαϊκή, από τη ρίζα uei- ή wei- “κάμπτω, στρέφω” με αναφορά στη χαρακτηριστική μορφολογία της αμπέλου (πρβλ. λατιν. Vitis = άμπελος, επίσης ελλ. ιτύς, λατιν. vitus και γερμ. Weide = ιτιά). Πιθανότερη εκδοχή θεωρείται ωστόσο ότι η λέξη προήλθε από μια άγνωστη γλώσσα της περιοχής του νοτίου Καυκάσου-Εύξεινου Πόντου, από όπου επίσης δείχνει να κατάγεται η σύγχρονη άμπελος.

Η Ιστορία του Κρασιού

Εν αρχή ήν το αμπέλι. Το αμπέλι έχει, κατά τους παλαιοντολόγους, προϊστορία πολλών εκατομμυρίων χρόνων. Πριν από την εποχή των παγετώνων ευδοκιμούσε στην πολική ζώνη: στην Ισλανδία, τη Βόρεια Ευρώπη, τη βορειοδυτική Ασία, ακόμη και στην Αλάσκα. Οι παγετώνες όμως περιόρισαν την εξάπλωσή του και επέβαλαν γεωγραφική απομόνωση μεταξύ ποικιλιών, που τελικά εξελίχθηκαν σε διαφορετικά είδη: “απώθησαν” διάφορους πληθυσμούς άγριων αμπέλων προς θερμότερες ζώνες, όπως την κεντρική-ανατολική Ασία, (από όπου τελικά πέρασαν ευρασιατικά στελέχη και στην Αμερική), την κεντρική-νότια Ευρώπη, αλλά, το σημαντικότερο, προς την ευρύτερη περιοχή του νοτίου Καυκάσου. Εκεί, μεταξύ Ευξείνου Πόντου, Κασπίας θάλασσας και Μεσοποταμίας, γεννήθηκε το είδος Άμπελος η οινοφόρος (Vitis vinifera, υποείδος caucasica), που σχεδόν αποκλειστικά – σε διάφορες ποικιλίες και υβρίδια – καλλιεργείται σήμερα.
Κουκούτσια αγριοστάφυλων έχουν βρεθεί ακόμη και σε σπηλιές που κατοικήθηκαν από νομαδικά προϊστορικά φύλα. Η τέχνη της αμπελουργίας εικάζεται ότι ξεκίνησε με την αγροτική επανάσταση και τη σταθερή εγκατάσταση πληθυσμών με σκοπό την καλλιέργεια, γύρω στο 5000 π.Χ.. Από τους πρώτους γνωστούς αμπελοκαλλιεργητές θεωρούνται οι Αρίοι (πρόγονοι των Ινδών που ζούσαν στην περιοχή Καυκάσου-Κασπίας), οι αρχαίοι Πέρσες, οι Σημιτικοί λαοί και οι Ασσύριοι. Κατόπιν η τέχνη της αμπελουργίας και οινοποιίας πέρασε στους Αιγυπτίους, τους λαούς της Παλαιστίνης-Φοινίκης και τους -μη Έλληνες εκείνα τα χρόνια – κατοίκους της Μικρασίας και του Ελλαδικού χώρου. Την ίδια εποχή πάντως το κρασί αναφέρεται και στην αρχαία Κίνα! Η Αίγυπτος είχε μακρότατη παράδοση οινοποιίας, με τις αρχές της να χάνονται πριν το 4000 π.Χ.: αναφέρονται βασιλικοί αμπελώνες, απεικονίζονται ποικιλίες σταφυλιού διαφόρων αποχρώσεων, σκηνές αμπελουργίας και οινοποίησης (ακόμη και μηχανικά πιεστήρια!), ενώ βρέθηκαν αμφορείς της Νέας Δυναστείας (1600-1100 π.Χ.) στους οποίους αναγράφονται η προέλευση, η σοδειά και ο οινοποιός! Στην Μεσοποταμία πάλι, ο Βαβυλώνιος βασιλιάς Χαμουραμπί το 1700 π.Χ. είχε νομοθετήσει για την τιμή του κρασιού καθώς και για την περίοδο που έπρεπε να καταναλώνεται: μόνο την εποχή μετά τον τρύγο – η παλαίωση προφανώς δεν είχε εκτιμηθεί όσο έπρεπε. Παρά τη μακρά παράδοσή τους, οι λαοί αυτοί γρήγορα έχασαν τη φήμη των σπουδαίων οινοποιών -στην κλασσική εποχή, τα αιγυπτιακά κρασιά δε θεωρούνταν άξια λόγου. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς σε γεωγραφικούς – κλιματικούς παράγοντες (το αμπέλι έδινε καλύτερες ποικιλίες στα μεσογειακά κλίματα, όπως της Φοινίκης και της Ελλάδος), σχετίζεται όμως πιθανόν και με την αγάπη των λαών αυτών για τη μπίρα.
Οι Σημιτικοί λαοί της ανατολικής Μεσογείου ήρθαν νωρίς σε επαφή με το κρασί. Στην Παλαιά Διαθήκη οι αναφορές αφθονούν: Με το που στράγγισαν τα νερά του κατακλυσμού “ήρξατο Νώε άνθρωπος γεωργός γης και εφύτευσεν αμπελώνα” (Γένεσις, θ’ 20). Οι Φοίνικες ήταν ξακουστοί οινοποιοί αλλά και έμποροι : φοινικικοί κρασοαμφορείς έχουν βρεθεί σχεδόν σε κάθε περιοχή της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου. Η Τύρος ήταν από τα πρώτα μεγάλα κέντρα θαλάσσιου οινεμπορίου.
Οι Έλληνες, οι οποίοι διέπρεψαν στην οινοποιία, μονοπωλώντας σχεδόν την αγορά για αιώνες, και με τους οποίους θα ασχοληθούμε εκτενέστερα, γνώρισαν το κρασί πιθανότατα από την αρχή της εγκατάστασής τους στο σημερινό τους τόπο, δηλαδή τουλάχιστον πριν το 1700 π.Χ. Δεν έχει διευκρινιστεί από πού διδάχθηκαν την οινοποιία : Σύμφωνα με μια θεωρία, έμαθαν το κρασί από τους ανατολικούς λαούς (Φοίνικες ή/και Αιγυπτίους), με τους οποίους τόσο οι Μυκηναΐοι, όσο και οι προγενέστεροι – μη ελληνικής καταγωγής – Κυκλαδίτες και Μινωίτες είχαν ανεπτυγμένες εμπορικές σχέσεις. Η σχετική με το κρασί μυθολογία (διονυσιακοί, ορφικοί κ.α. μύθοι) είναι πλουσιότατη, δεν δίνει όμως συγκεκριμένες ενδείξεις. Αλλού το αμπέλι εμφανίζεται ξάφνης από μόνο του ή το χαρίζει ο θεός Διόνυσος στους ελλαδίτες (π.Χ. στην Αιτωλία), με τρόπο που δημιουργεί σκέψεις για παρουσία της αμπέλου στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν την έλευση των Ελλήνων, αλλού το κρασί συνδέεται με την Κρήτη και τη Νάξο (μύθος “Διόνυσος και Αριάδνη”), ενισχύοντας την εκδοχή περί φοινικικής ή αιγυπτιακής προέλευσης, αλλού πάλι το αμπέλι φέρεται ερχόμενο από τη Θράκη, που σύμφωνα με κάποιες πηγές ίσως ήταν ο βασικός προμηθευτής των Ελλήνων στους Μυκηναϊκούς χρόνους (πρβλ. Ιλιάδος Ι 71-72) – άλλωστε η λατρεία του Διονύσου θεωρείται θρακικής – μικρασιατικής καταγωγής. Η τελευταία αυτή εκδοχή είναι μπερδεμένη από μόνη της : Οι Σκύθες και κάποια δακικά – βορειοθρακικά φύλα εμφανίζουν μια έκδηλη έχθρα προς το κρασί, ριζωμένη στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά στα ομηρικά έπη (π.χ. Οδύσσειας ι 196-215, όπου ο ιερέας Μάρων χαρίζει δυνατό κρασί στον Οδυσσέα) οι Θράκες φέρονται ως δεινοί οινοπαραγωγοί. Η αντίσταση στη λατρεία του Διονύσου και οι δυσκολίες που συνάντησε αυτή μέχρι να καθιερωθεί στην Ελλάδα, αποτυπωμένες σε πολλούς μύθους, υποδηλώνουν ίσως μια αρχική καχυποψία απέναντι στο κρασί.
Όπως και αν έγιναν τα πράγματα, οι Έλληνες αγάπησαν το Διόνυσο και το κρασί, εκτιμώντας το γεγονός ότι τους βοηθούσε ανάλογα με την περίσταση να ξεχνούν τα βάσανα της ζωής, να έρχονται σε έκσταση ή να δημιουργούν ευχάριστη ατμόσφαιρα και κέφι στην συντροφιά. Το εκτιμούσαν λαός και άρχοντες, καθώς και οι φιλόσοφοι όλων -σχεδόν- των ρευμάτων, από τους Προσωκρατικούς και τους Ιδεαλιστές (Πλάτων, Σωκράτης κ.ο.κ.) μέχρι τους Επικούρειους, ενώ και οι ποιητές δεν παρέλειψαν να το υμνήσουν. Πάντως δεν συνήθιζαν να μεθούν, ούτε είχαν εκτίμηση στους μεθύστακες. Το τελετουργικό του επίσημου συμποσίου, όπου ο “συμποσιάρχης”, συχνά προϊστάμενος στρατιάς “κεραστών” και “οινοχόων”, επέβλεπε τόσο το νέρωμα του κρασιού, όσο και την ποσότητα που θα έπινε ο κάθε συμπότης ανάλογα με την κατάστασή του, δηλώνει ότι η αποφυγή της μέθης και η διατήρηση πολιτισμένης ατμόσφαιρας ήταν σημαντική υπόθεση.
Οι πρόγονοί μας έπιναν το κρασί τους με διάφορους τρόπους. Γενικός κανόνας ήταν η ανάμειξη του κρασιού με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3 (ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού), 1:2 ή 2:3, είχαν δε ειδικά σκεύη τόσο για την ανάμειξη (κρατήρες και κύαθους, δηλ. μακριές, βαθιές κουτάλες) όσο και για την ψύξη του πριν την κατανάλωση (ψυκτήρες), αν και το έπιναν συχνά και ζεστό – η ψύξη του κρασιού με πάγο από τα βουνά ήταν μεγάλη πολυτέλεια. Η πόση ανέρωτου κρασιού (“άκρατου οίνου”) θεωρείτο βαρβαρότητα -αναφέρεται μάλιστα ότι κάποιος νομοθέτης την είχε απαγορεύσει επί ποινή θανάτου – και συνηθιζόταν μόνο από αρρώστους ή κατά τη διάρκεια ταξιδιών ως τονωτικό – δυναμωτικό, περιστάσεις στις οποίες (καθώς και στα γεύματα) ήταν επίσης διαδεδομένη η κατανάλωση κρασιού με μέλι. Συχνά αρωμάτιζαν το κρασί τους με διάφορα μυρωδικά. Η προσθήκη αψίνθου στο κρασί (δηλ. η παρασκευή βερμούτ) ήταν γνωστή μέθοδος (αποδίδεται μάλιστα στον Ιπποκράτη και το βερμούτ της εποχής ονομαζόταν και “Ιπποκράτειος Οίνος”), καθώς και η προσθήκη ρητίνης (δηλ. η παρασκευή ρετσίνας) που γινόταν – αν και μάλλον σπάνια – όχι μόνο χάριν της ιδιάζουσας γεύσεως, αλλά και της συντήρησης. Ενίοτε προσέθεταν και άλλα μπαχαρικά, όπως π.χ. θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, πιπέρι ή σμύρνα.
Ο τρόπος παραγωγής του κρασιού δε διέφερε ουσιαστικά από αυτόν των ημερών μας. Η αμπελουργία είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα τέχνης, κυκλοφορούσαν δε και ειδικά βιβλία επί του θέματος. Από αυτό του Θεόφραστου, που σώθηκε ως τις μέρες μας, λαμβάνουμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες, λόγου χάριν ότι οι Έλληνες (αντίθετα από τους Ρωμαίους) συνήθως καλλιεργούσαν το αμπέλι απλωμένο στη γη, χωρίς υποστηρίγματα – τεχνική που ακόμη και σήμερα είναι σε χρήση σε κάποιες περιοχές (π.χ. στη Σαντορίνη). Οι Έλληνες γνώριζαν την παλαίωση του κρασιού και την άφηναν να γίνει σε θαμμένα πιθάρια, σφραγισμένα με γύψο και ρετσίνι – ίσως έτσι, κατά τύχη, ανακαλύφθηκε η επίδραση της προσθήκης ρετσινιού. Το κρασί εμφιαλωνόταν, ανάλογα με το πόσο μεγάλο ταξίδι είχε μπροστά του μέχρι την κατανάλωση, σε ασκούς ή σε σφραγισμένους πήλινους αμφορείς, αλειμμένους με πίσσα (ή ρετσίνι) για τέλεια στεγανοποίηση, στους οποίους συχνά αναγράφονταν με μπογιά ή με σφραγίδα τα πλήρη στοιχεία του περιεχομένου οίνου : περιοχή προέλευσης, έτος παραγωγής, οινοποιός και εμφιαλωτής. Το εμπόριο των ελληνικών κρασιών απλωνόταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, μέχρι και την ιβηρική χερσόνησο (οι Ίβηρες και οι κάτοικοι της νότιας Γαλατίας μάλλον τότε πρωτοήρθαν σε επαφή με το κρασί), και φυσικά στον Εύξεινο πόντο, ήταν δε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες των προγόνων μας. Σε πολλές πόλεις υπήρχαν ειδικοί νόμοι για να εξασφαλίζουν την ποιότητα του κρασιού, αλλά και “προστατευτικοί” ενάντια στον ξένο ανταγωνισμό και τις εισαγωγές – χαρακτηριστικό παράδειγμα η σχετική νομοθεσία της Θάσου, σύμφωνα με την οποία πλοία με ξένο κρασί που πλησίαζαν το νησί δημεύονταν! Από διάφορες πηγές μας έχουν διασωθεί τα ονόματα των οινοπαραγωγικών περιοχών και των κρασιών που έβγαζαν. Αρχικά, τα πιο ξακουστά κρασιά – διεθνώς!- ήταν αυτά του βορείου Αιγαίου: της Λήμνου, της Θάσου, της Λέσβου, της Χίου, της Ικαρίας, της Σάμου. Αργότερα, μετά την κλασσική εποχή, απέκτησαν μεγάλη φήμη και τα κρασιά της Ρόδου, της Κω και των λοιπών Δωδεκανήσων, της Θήρας, της Νάξου, της Κρήτης και της Κύπρου. Στην ελληνιστική εποχή μπήκε σε νέα βάση η οινοπαραγωγή της Αιγύπτου, με κύριο προϊόν τον Μαρεωτικό.
Οι Ρωμαίοι γνώρισαν το κρασί από τους Έλληνες αποίκους και τους γηγενείς Ετρούσκους (οι οποίοι το είχαν διδαχθεί έναν – δύο αιώνες νωρίτερα από τους Φοίνικες ή τους Έλληνες). Η ανάλυση του αρχέγονου πυρήνα της ρωμαϊκής μυθολογίας φανερώνει ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν επαφή με τη διονυσιακή λατρεία και το κρασί πριν τον 8ο π.Χ. αιώνα. Αγάπησαν ωστόσο το κρασί και επιδόθηκαν στην αμπελοκαλλιέργεια. Ξακουστά κρασιά τους ήταν ο Φαλέρνιος του Μόντε Κασσίνο και τα κρασιά των νοτίων Άλπεων. Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να εγκαταστήσουν αμπελοκαλλιέργειες στις κατακτήσεις τους (ακόμη και στη Βρετανία!), εισήγαγαν όμως – οι ευπορότεροι εξ αυτών – και ελληνικά κρασιά (όπως άλλωστε σχεδόν κάθε τι το ελληνικό). Τελικά διέπρεψαν στην παραγωγή (βελτίωσαν τις τεχνικές καλλιέργειας και οινοποιίας) και – ιδίως – στο εμπόριο, εκτοπίζοντας σταδιακά από την αγορά την παρακμάζουσα Ελλάδα και κυριαρχώντας στην αγορά μέχρι και το τέλος της αρχαιότητος.
Στους χρόνους μετά την κατάρρευση της Ρώμης, με τις μεταναστεύσεις των λαών και τις καθόδους διαφόρων νομαδικών φύλων στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο, η αμπελουργία βρέθηκε σε μια περίοδο οπισθοδρόμησης. Ειδικά στη Δύση, με την αποδιάρθρωση του εμπορίου και της γεωργίας, μειώθηκαν τόσο οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, όσο και η ποιότητα των κρασιών. Σε κάποιες περιοχές η αμπελουργία εγκαταλείφθηκε για αιώνες. Οι κληρικοί και μοναχοί, που χρειάζονταν το κρασί (και) για λειτουργικούς σκοπούς, ήταν σε πολλές περιπτώσεις αυτοί που συνετέλεσαν στη διατήρηση της οινοποιητικής παράδοσης των τέως Ρωμαϊκών κτήσεων, όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η περιοχή του Ρήνου στη Γερμανία. Ακόμη και σήμερα μερικοί ξακουστοί γαλλικοί αμπελώνες ανήκουν σε μοναστήρια. Από τα χρόνια του Καρλομάγνου, κατά το ξεκίνημα του “κυρίως Μεσαίωνα” (δηλαδή της φεουδαρχικής εποχής), η τέχνη του κρασιού άρχισε σιγά-σιγά να παίρνει ξανά τα πάνω της. Ο ίδιος ο Καρλομάγνος όρισε την αμπελοφύτευση περιοχών της Γερμανίας και της Ελβετίας.
Στο Βυζάντιο, παρά τις όποιες ιστορικές αναταραχές και παρ’ ότι η εγκατάλειψη ή απαγόρευση της διονυσιακής λατρείας ήταν ένα όχι ασήμαντο πλήγμα, τα πράγματα δεν ήταν τόσο τραγικά. Και εδώ οι μοναχοί διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο, συν τοις άλλοις και για το λόγο ότι όλο και μεγαλύτερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις περιέρχονταν στη μοναστηριακή και εκκλησιαστική περιουσία. Οι μοναχοί είχαν έτσι την άνεση να κατασκευάζουν μεγάλα, σύγχρονα για την εποχή οινοποιεία, να βελτιώνουν τις τεχνικές παραγωγής και την ποιότητα του κρασιού. Μεταξύ των πραγμάτων που άλλαξαν είναι και η συνήθεια της ανάμειξης του οίνου με νερό, που εγκαταλείφθηκε οριστικά. Κρασί παραγόταν σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, αλλά τα πιο ξακουστά κρασιά παρέμεναν αυτά των περιοχών που είχαν και στην αρχαία Ελλάδα αντίστοιχη φήμη. Νέο “αστέρι” της ελληνικής οινοποιίας αναδείχθηκε από εκείνα τα χρόνια και μέχρι τον 19ο αιώνα, με μεγάλη ζήτηση και στην Ευρώπη, ο “Μαλβαζίας” – το όνομά του το οφείλει μάλλον στη Μονεμβασιά, παραγόταν όμως κυρίως στην Κρήτη.
Η περίοδος της τουρκοκρατίας, παρά τις δυσκολίες της – κυρίως την υψηλή φορολογία – δεν περιόρισε σημαντικά την ελληνική αμπελουργία. Και εδώ σχετικά ευνοημένα βρέθηκαν τα μοναστηριακά κτήματα, αλλά και οι νησιωτικές περιοχές, όπου η περίοδος της τουρκικής κυριαρχίας σε πολλές περιπτώσεις ήταν συντομότερη και η επιβολή φόρων κάπως πιο χαλαρή.
Την ίδια περίοδο στη Δύση, η τέχνη του κρασιού γνώρισε τη μεγάλη ανάπτυξη που οδήγησε στη σημερινή της ακμή. Από το 13ο αιώνα οι Άραβες(!) προώθησαν την αμπελουργία στην κατακτημένη Ιβηρική χερσόνησο, έτσι το 16ο αιώνα έχει πλέον εξαπλωθεί σχεδόν παντού στην Ισπανία αλλά και τη Γαλλία, στην οποία η σημαντικότατη ανάπτυξη οδήγησε (το 1730) ακόμα και σε νόμους για τον περιορισμό της καλλιέργειας! Η εποχή αυτή έφερε αρκετές τεχνικές καινοτομίες, όπως τη χρήση της γυάλινης φιάλης και του φελλού (καθιερώθηκε μέσα στον 17ο αιώνα) και την παρασκευή σαμπάνιας, που αποδίδεται στον Γάλλο Βενεδικτίνο μοναχό Περινιόν. Με την εξερεύνηση των θαλασσίων οδών από τους μεγάλους Ισπανούς και Πορτογάλους εξερευνητές, άνοιξαν νέοι ορίζοντες : Το εμπόριο συνέβαλε, όπως και παλαιότερα, στην ανάπτυξη της οινοποιίας (γεννήθηκαν νέοι τύποι, λ.χ. τα ενισχυμένα με μπράντι ή άλλο απόσταγμα Πόρτο, Σέρρυ, Μαδέρα), ενώ επιχειρήθηκε η αμπελοκαλλιέργεια στη Νότιο Αφρική, την Αυστραλία και το Νέο Κόσμο.
Το τελευταίο αυτό εγχείρημα είχε απρόβλεπτες συνέπειες, οφειλόμενες κυρίως σε ένα μικρό και άγνωστο μέχρι τότε έντομο, τη φυλλοξήρα, στον αμερικανικό περονόσπορο καθώς και στον επίσης αμερικανικής προέλευσης μύκητα ωίδιο: Η ευρωπαϊκή άμπελος (Vitis vinifera) δε μπορούσε να επιβιώσει στη νέα ήπειρο, ιδίως στο βόρειο τμήμα της. Αυτό ανάγκασε τους αποίκους να χρησιμοποιήσουν ενδημικά, ανθεκτικά αμερικανικά είδη (άγρια μέχρι τότε, καθώς οι ινδιάνοι ουδέποτε επιδόθηκαν στην αμπελουργία), όπως τα Vitis rotundifolia, V. labrusca, V. riparia κ.α., συνήθως μετά από υβριδισμό με ευρωπαϊκές ποικιλίες V. vinifera. Όταν, από το 18ο αιώνα και έπειτα, μεταφέρθηκαν τέτοιες υβριδικές ποικιλίες στην Ευρώπη, το ωίδιο και ο περονόσπορος προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στους Γαλλικούς αμπελώνες (μέσα 19ου αιώνα). Η εισαγωγή καθαρών αμερικανικών ποικιλιών για να αντιμετωπιστεί το κακό, συνοδεύτηκε από την εισαγωγή της φυλλοξήρας, που πλέον σχεδόν εξολόθρευσε τα γαλλικά αμπέλια -και όχι μόνο: στο πρώτο μισό του 20ού αιώνος έπληξε πολύ σοβαρά τη Βόρειο Ελλάδα. Τα προβλήματα αυτά λύθηκαν με τη μελέτη και καλλιέργεια “διηπειρωτικών” υβριδίων, ανθεκτικών μεν, αλλά με μορφολογία και καρπό όμοιο με των πατροπαράδοτων ευρωπαϊκών ποικιλιών.
Τέλος, αναφερόμενοι στα νεότερα ελληνικά πράγματα, να πούμε ότι η ελληνική αμπελουργία υπέστη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή κατά την επανάσταση του 1821, αλλά κατόπιν γρήγορα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αποκαταστάθηκαν και μάλιστα αυξήθηκαν Μεγάλο μέρος αυτών όμως, κυρίως στην Πελοπόννησο, φυτεύτηκε πλέον όχι με άμπελο για οινοποιία, αλλά με σταφιδάμπελο: η κορινθιακή σταφίδα ήταν το κύριο εξαγωγικό προϊόν και στύλος της εθνικής οικονομίας του νεοσύστατου κράτους, με ανοδικές τάσεις μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνος. Ας σημειωθεί ότι η σταφίδα αυτή συνήθως προοριζόταν για παραγωγή ξηροσταφιδίτη οίνου στο εξωτερικό – κυρίως στη Γαλλία, που εκείνα τα χρόνια, όπως είδαμε, έχανε τα αμπέλια της από τη φυλλοξήρα. Σε αυτές και τις επόμενες δεκαετίες η αμπελουργία συνολικά αναπτύχθηκε και οι αντίστοιχες εκτάσεις στην ελληνική επικράτεια αυξήθηκαν, ειδικά με τις προσαρτήσεις της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Κρήτης. Έως τα μέσα όμως του 20ού αιώνα είχε επέλθει ξανά σημαντική πτώση, οφειλόμενη στην επιδημία φυλλοξήρας που έπληξε τη Μακεδονία, αλλά και στις πολυτάραχες ιστορικές συγκυρίες. Σημαντικό πάντως για την ελληνική οινοποιία από την επανάσταση και ένθεν είναι ότι στην περίοδο αυτή μπήκαν οι βάσεις της ελληνικής οινολογίας και της – επιστημονικού πλέον επιπέδου – παραγωγής κρασιού ελεγχόμενης και υψηλής ποιότητας, που ξέφυγε από τα δεδομένα του πατροπαράδοτου σπιτικού κρασιού και του – συχνά άθλιου εκείνα τα χρόνια – κρασιού των καπηλειών.

Η παραγωγή του Κρασιού

Η διαδικασία παρασκευής του κρασιού είναι, στη θεωρία, πολύ πιο απλή από τις διαδικασίες παρασκευής μπίρας ή διαφόρων αποσταγμάτων (ουίσκι, βότκα, τσίπουρο κτλ.), που περιλαμβάνουν πολλά διαφορετικά και περίπλοκα στάδια. Πίσω, όμως, από αυτή τη φαινομενική απλότητα των διαδικασιών κρύβονται χιλιάδες μικρές -αλλά καθόλου ασήμαντες- λεπτομέρειες και μυστικά, που τελικά κάνουν όλη τη διαφορά ανάμεσα στους ποικίλους τύπους κρασιού και δίνουν στην οινοποιία το status μιας αναγνωρισμένης -πολύ ευρύτερα από την ζυθοποιία ή την ποτοποιία- επιστήμης. Έπεται, λοιπόν, ότι στο παρόν άρθρο θα γίνει μια συνοπτική αναφορά σε γενικές αρχές, καθώς δεν μπορούμε να επεκταθούμε στις λεπτομέρειες που αφορούν κάθε κρασί, ούτε να δώσουμε οδηγίες για επίδοξους οινοποιούς – κάτι τέτοιο ξεφεύγει από τα όρια του εγχειρήματός μας και αποτελεί αντικείμενο πολλών και ευμεγεθών ειδικών συγγραμμάτων
Η πρώτη ύλη.
Εν αρχή ήν το σταφύλι. Οι ρώγες του περιέχουν σάκχαρα, που θα μετατραπούν με αλκοολική ζύμωση σε οινόπνευμα, καθώς επίσης οργανικά οξέα και νερό. Για την παραγωγή ερυθρού ή ροζέ οίνου τα σταφύλια κατά κανόνα είναι ερυθρά, ενώ για τους λευκούς οίνους, όπως θα δούμε παρακάτω, το σταφύλι μπορεί να είναι λευκό ή και ερυθρό. Σημαντική για το τελικό αποτέλεσμα είναι η περιεκτικότητα του σταφυλιού σε σάκχαρα και οξέα, η οποία εξαρτάται από την ποικιλία, το έδαφος, τις κλιματικές συνθήκες, αλλά και από την χρονική στιγμή του τρύγου, δηλ. την ωρίμανση του σταφυλιού: όσο πιο πολύ αφήνεται να ωριμάσει ένα σταφύλι, τόσο αυξάνονται τα σάκχαρά του εις βάρος των οξέων, ούτως ώστε να είναι κατάλληλο για γλυκά κρασιά, αλλά όχι για όξινα – και αντίστροφα. Το σταφύλι, λοιπόν, επιλέγεται, ανάλογα με το κρασί που θέλει να βγάλει κανείς, βάσει της ποικιλίας του αμπελιού, του τόπου και του τρόπου που καλλιεργείται. Όσο πιο ελεγχόμενης ποιότητας είναι ένα κρασί σύμφωνα με το νόμο, τόσο πιο αυστηρά είναι τα κριτήρια επιλογής του αμπελιού. Στους “Οίνους Ποιότητος Παραγόμενους σε Καθορισμένη Περιοχή” (V.Q.P.R.D.), λόγου χάριν, καθορίζονται αυστηρά η ποικιλία, η τοποθεσία, η καλλιεργητική τεχνική, ακόμη και η στρεμματική απόδοση του αμπελιού, ενώ οι απλοί “Επιτραπέζιοι Οίνοι” δεν υφίστανται τέτοιους νομικούς περιορισμούς και μπορούν να παράγονται από μη καθορισμένο χαρμάνι διάφορων σταφυλιών ή μούστων. Βέβαια, εκτός από τους νόμους, υπάρχει η παράδοση και το μεράκι του οινοποιού, που συχνά δίνει εκπληκτικά αποτελέσματα πέρα από κάθε κανονισμό και κατηγορία.
Γλευκοποίηση
Μετά τον τρύγο τα σταφύλια πρέπει να μεταφερθούν χωρίς καθυστέρηση στο “πατητήρι”, όπου θα εξαχθεί το γλεύκος (κοινώς μούστος) από τις ρώγες. Η έκθλιψη του μούστου μπορεί να γίνει με διάφορες μεθόδους. Το παραδοσιακό πατητήρι όπου τα σταφύλια πατιούνται κυριολεκτικά από τους τρυγητές χρησιμοποιείται πλέον μόνο στην οικογενειακή οινοποιία. Τη θέση του έχουν καταλάβει διάφορα μηχανήματα (“σπαστήρες”), χειροκίνητα ή ηλεκτρικά, που συνήθως λειτουργούν συνθλίβοντας το σταφύλι ανάμεσα σε περιστρεφόμενους κυλίνδρους. Υπάρχουν μηχανήματα (“πιεστήρια”) τα οποία, προκειμένου να παραχθεί λευκό κρασί, διαχωρίζουν αυτόματα το χυμό από τα στερεά συστατικά της ρώγας. Για το κόκκινο κρασί δεν χρειάζεται, παρά μόνο πολύ αργότερα, να γίνει αυτός ο διαχωρισμός – σε πρώτο στάδιο παίρνουμε το μούστο μαζί με τα στερεά συστατικά, δηλ. ολόκληρο το σταφυλοπολτό. Αυτό που είναι πάντα επιβεβλημένο τόσο στη λευκή, όσο και στην ερυθρά οινοποίηση, είναι η αφαίρεση των κοτσανιών (αποβοστρύχωση), καθ’ ότι αυτά είναι επιζήμια τόσο για τη γεύση του κρασιού, όσο και για την υγεία του καταναλωτή.
Ζύμωση
Το οινόπνευμα που περιέχει το κρασί παράγεται από τα σάκχαρα του μούστου – κυρίως γλυκόζη και φρουκτόζη – με την αντίδραση της αλκοολικής ζύμωσης, που επιτελείται από ειδικά ένζυμα (“ζυμάσες”) των ζυμομυκήτων. Οι “πιο αποδοτικοί” μύκητες ανήκουν στο γένος Saccharomyces, στη διαδικασία όμως συμμετέχουν ενεργά και είδη των γενών Pichia, Kloeckera και Torulopsis. Ο οινοποιός, αντίθετα από τον ζυθοποιό, δεν χρειάζεται να εμβολιάσει το γλεύκος με καλλιεργημένους ζυμομύκητες. Οι ζυμομύκητες ήδη πριν τον τρύγο υπάρχουν αδρανοποιημένοι (αφού δεν έχουν πρόσβαση στα σάκχαρα του χυμού) στο φλοιό των σταφυλιών και “ενεργοποιούνται” κατά τη γλευκοποίηση: έρχονται σε επαφή με το μούστο, εκεί πολλαπλασιάζονται και επιτελούν τη ζύμωση, κατά την οποία εκτός από αιθυλική αλκοόλη παράγεται διοξείδιο του άνθρακα και θερμότητα -γι’ αυτό κατά τη διάρκεια της ζύμωσης ο μούστος είναι ζεστός και “κοχλάζει”. Η ζύμωση διαρκεί από 8-9 έως και 25 ημέρες, ανάλογα με την αρχική συγκέντρωση των σακχάρων, τη θερμοκρασία στην οποία πολλαπλασιάζονται και δρουν οι μύκητες, το οξυγόνο που έχουν στη διάθεσή τους και άλλους παράγοντες. Όσο πιο πολύ διαρκεί η ζύμωση, τόσο πιο πολλά “αρώματα ζύμωσης” θα πάρει το κρασί, γι’ αυτό, ιδίως στα λευκά κρασιά, οι περισσότεροι οινοποιοί διατηρούν με τεχνητά μέσα χαμηλή (15-20 Κελσίου) τη θερμοκρασία ζύμωσης, μειώνοντας την ταχύτητά της. Στα κόκκινα κρασιά συχνά η ζύμωση γίνεται σε δύο φάσεις, μια πρώτη, σφοδρή και γρήγορη, στη διάρκεια της οποίας μέσα στο μούστο βρίσκονται και οι φλούδες (“στέμφυλα”) των σταφυλιών, και μια δεύτερη πιο αργή, μετά την αφαίρεση των στέμφυλων. Η ζύμωση μπορεί να διακοπεί πριν την ολοκλήρωσή της με θέρμανση (38-40 Κελσίου), με ψύξη (6-7 Κελσίου) ή με προσθήκη μικρής ποσότητος καθαρού οινοπνεύματος. Αν η ζύμωση διακοπεί, ένα ποσοστό των σακχάρων μένει αδιάσπαστο, έτσι η μέθοδος βρίσκει εφαρμογή στην παρασκευή γλυκών κρασιών. Εκτός από την αλκοολική ζύμωση, συχνά στο μούστο λαμβάνει παράλληλα χώρα κι ένας άλλος τύπος ζύμωσης, η μηλογαλακτική ζύμωση. Κατά την αντίδραση αυτή ένα από τα οργανικά οξέα του σταφυλιού, το μηλικό οξύ, μετατρέπεται σε γαλακτικό. Αυτό έχει σημασία, γιατί το γαλακτικό οξύ είναι λιγότερο όξινο του μηλικού, έτσι η μηλογαλακτική ζύμωση μειώνει την οξύτητα του κρασιού. Αυτό το επιδιώκουμε κυρίως στα ερυθρά κρασιά, ενώ στα λευκά η οξύτητα συνήθως είναι επιθυμητή σε μεγαλύτερο βαθμό.
Το χρώμα του κρασιού
Στις παραπάνω παραγράφους αναφέραμε ποικίλες διαφορές, όσον αφορά την διαδικασία παραγωγής σε κάθε στάδιό της, ανάμεσα στα κόκκινα και τα λευκά κρασιά. Για την ακρίβεια, οι ειδήμονες μιλούν συνήθως για δύο διαφορετικές διαδικασίες, τη “λευκή οινοποίηση” και την “ερυθρά οινοποίηση”. Για να κατανοήσουμε το ζήτημα, πρέπει να ξεδιαλύνουμε μια διαδεδομένη πλάνη: Πολύς κόσμος θεωρεί, πως το κόκκινο κρασί παράγεται από κόκκινα σταφύλια και το λευκό κρασί από λευκά. Αυτό ναι μεν συνήθως ισχύει, κάλλιστα όμως μπορεί να γίνει και το αντίστροφο- η ουσία δε βρίσκεται εκεί. Αν πάρουμε μια μαύρη και μια άσπρη ρώγα και τις στίψουμε ξεχωριστά, κρατώντας μόνο το ζουμί, θα δούμε πως έχει και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο (σχετικά ανοικτό) χρώμα. Η χρωστικές του σταφυλιού, που ονομάζονται ανθοκυάνες, δε βρίσκονται λοιπόν στο μούστο, αλλά στα στερεά μέρη της ρώγας (στέμφυλα). Αυτό που τελικά καθορίζει το χρώμα, είναι κυρίως το αν τα στερεά μέρη της ρώγας θα βρίσκονται ή όχι μέσα στο μούστο κατά τη ζύμωση, ούτως ώστε να γίνει εκχύλιση των χρωστικών τους. Έτσι: Στη λευκή οινοποίηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν σταφύλια κάθε χρώματος, φτάνει κατά το πάτημα να ληφθεί σκέτος μούστος (δηλ. χυμός). Οι θερμοκρασίες κατά τη ζύμωση, όπως είδαμε παραπάνω, μπορούν να κρατηθούν χαμηλές για να καθυστερήσει η αντίδραση και να εμπλουτιστεί το κρασί με αρώματα ζύμωσης. Στην ερυθρά οινοποίηση είθισται να χρησιμοποιούνται κόκκινα σταφύλια, χωρίς να σημαίνει πως δε μπορούν να χρησιμοποιηθούν και πιο ανοιχτόχρωμες ποικιλίες. Τα στερεά συστατικά της ρώγας παραμένουν στο μούστο κατά τη ζύμωση (όλα μαζί, μούστος και στέμφυλα, λέγονται σταφυλοπολτός) για διάστημα συνήθως 2 έως 18 ημερών (“διάρκεια εκχύλισης”), ανάλογα με την ποικιλία του σταφυλιού, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα από άποψης χρώματος και γεύσης κτλ. Τα στέμφυλα, χάρη στο διοξείδιο του άνθρακα που εκλύεται κατά τη ζύμωση, ανεβαίνουν στην επιφάνεια εν είδει κρούστας (λέγεται και “καπέλο”). Εδώ, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο της ζύμωσης, η υψηλή θερμοκρασία που αναπτύσσεται είναι επιθυμητή, γιατί διευκολύνει την εκχύλιση των χρωστικών και άλλων συστατικών από τα στερεά μέρη του σταφυλιού. Από τα “άλλα συστατικά”, μεγίστης σημασίας είναι οι τανίνες, οι ουσίες στις οποίες κυρίως οφείλουν τα κρασιά (ιδιαίτερα τα “μπρούσκα”) τη στυφή-ξηρή συνισταμένη της γεύσης τους. Μετά την εκχύλιση, ο μούστος διαχωρίζεται και οδηγείται σε άλλη δεξαμενή για συνεχιστεί η ζύμωση. Τα στέμφυλα είτε “στίβονται” για να πάρουμε το μούστο που περιέχουν (περίπου 10% του συνόλου), κάτι που σπάνια γίνεται και μόνο για κρασιά παλαίωσης, είτε οδηγούνται στον άμβυκα για απόσταξη και παραγωγή τσίπουρου. Στα ερυθρά κρασιά επιδιώκουμε συνήθως και τη μηλογαλακτική ζύμωση, που είδαμε παραπάνω. Τα ροζέ κρασιά, όπως μπορεί πλέον να φανταστεί ο αναγνώστης, δεν παράγονται από “ροζέ σταφύλια”. Η παρασκευή ροζέ κρασιού γίνεται από κόκκινα σταφύλια με βραχύτατη εκχύλιση, διάρκειας όχι πάνω από ένα εικοσιτετράωρο, ή, σπανιότερα, από λευκά σταφύλια με μακράς διάρκειας εκχύλιση.
Γλυκά και ημίγλυκα κρασιά
Τα κρασιά αυτά, χωρίς συνήθως να είναι μικρότερου αλκοολικού βαθμού, περιέχουν μη ζυμωμένα σάκχαρα, στα οποία οφείλουν τη γεύση τους. Αυτό, όπως είδαμε, μπορεί να επιτευχθεί με διακοπή της ζύμωσης, που συνήθως γίνεται με την προσθήκη οινοπνεύματος 95% καθαρού. Άλλη μέθοδος είναι η υπερωρίμανση σταφυλιών από συγκεκριμένες ποικιλίες, που δίνει μούστο με τόσο πολλά σάκχαρα, ούτως ώστε οι ζυμομύκητες “εξαντλούνται” (με την άνοδο της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα) πριν τα ζυμώσουν όλα. Τα ημίγλυκα κρασιά επίσης μπορούν να παραχθούν σταματώντας τη ζύμωση με ψύξη του μούστου, με προσθήκη θειώδους ανυδρίτου (μια ακίνδυνη ουσία που χρησιμοποιείται σαν συντηρητικό -το μόνο επιτρεπόμενο- σε πάρα πολλά κρασιά) ή με αφαίρεση των ζυμομυκήτων με φιλτράρισμα.
Η ρετσίνα
Η διαδικασία παρασκευής της ρετσίνας δε διαφέρει από αυτήν ενός άλλου λευκού κρασιού, με τη μόνη διαφορά ότι κατά την έναρξη της ζύμωσης προστίθεται στο μούστο μικρή ποσότητα από ρετσίνι πεύκου (περίπου 1,5 γραμμ. για κάθε λίτρο). Η ρετσίνα ήταν γνωστή και στους αρχαίους Έλληνες, που μάλλον την ανακάλυψαν κατά λάθος, χρησιμοποιώντας ρετσίνι για να σφραγίσουν αμφορείς αεροστεγώς. Καλύτερο ρετσίνι θεωρείται μέχρι και σήμερα αυτό των πεύκων της Αττικής.
Αφρώδεις οίνοι
Τα αφρώδη κρασιά, με διασημότερο και ευγενέστερο εκπρόσωπο τη σαμπάνια (δηλ. τον αφρώδη οίνο της γαλλικής Καμπανίας), χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη διοξειδίου του άνθρακα (“ανθρακικού”) εντός της φιάλης, η οποία τελεί υπό πίεση. Στο διοξείδιο οφείλουν τον αφρό, τις φυσαλίδες, και τη δροσερή αίσθηση που αφήνουν στο στόμα. Το διοξείδιο αυτό δεν εισάγεται επιπρόσθετα στο μπουκάλι, όπως γίνεται στα αναψυκτικά -στα κρασιά αυτή η πρακτική απαγορεύεται διά νόμου. Το διοξείδιο των αφρωδών οίνων παράγεται κατά την αλκοολική ζύμωση και, για να μείνει εγκλωβισμένο στη φιάλη, χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι. Μία από αυτές συνίσταται στην εμφιάλωση του κρασιού πριν ολοκληρωθεί η ζύμωση, οπότε το διοξείδιο που παράγεται κατά τη συνέχεια της ζύμωσης μένει στο μπουκάλι. Στη σαμπάνια η μέθοδος είναι παρόμοια, μόνο που εδώ δεν πρόκειται για συνέχεια της ζύμωσης, αλλά για νέα, δεύτερη ζύμωση μετά την ολοκλήρωση της αρχικής. Για τη δεύτερη αυτή ζύμωση προστίθενται στη φιάλη σάκχαρα και ζυμομύκητες του γένους Saccharomyces. Αλλη τεχνική είναι η ολοκλήρωση της ζύμωσης σε αεροστεγείς δεξαμενές και, εν συνεχεία, η εμφιάλωση, υπό πίεση, του συνολικού περιεχομένου της δεξαμενής (κρασί συν διοξείδιο). Η τελευταία αυτή μέθοδος χρησιμοποιείται σε αφρώδη κρασιά μαζικής κατανάλωσης.
Ωρίμανση και παλαίωση
Θεωρείται από πολλούς αυτονόητο, ότι το κρασί όσο παλιώνει, τόσο καλύτερο γίνεται, καθώς και ότι κερδίζει από την παραμονή του σε ξύλινα βαρέλια. Τίποτε όμως από τα ανωτέρω δεν έχει γενική ισχύ. Το κρασί, ακόμη και στις πλέον σταθερές συνθήκες, υφίσταται αργές χημικές μεταβολές. Πρέπει να νοείται σαν ζωντανός οργανισμός: δεν έχει απεριόριστη διάρκεια ζωής, αλλά περνά φάσεις “νεότητος” και “ακμής – ωριμότητος” ώσπου τελικά να “γεράσει” και να “πεθάνει”, δηλ. να λήξει η περίοδος στην οποία μπορεί να καταναλωθεί. Διαφορετικά είδη κρασιού έχουν διαφορετική διάρκεια ζωής κάτω από διαφορετικές ιδανικές συνθήκες παλαίωσης και συντήρησης. Αυτό που γενικά επιδιώκουμε, είναι να μην οξειδώνεται το κρασί, ή, καθώς αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, να οξειδώνεται μόνο με πολύ αργό και ελεγχόμενο ρυθμό (εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν τα ειδικά “κρασιά οξείδωσης”, π.χ. τα ενισχυμένα με οινόπνευμα Sherry και Madeira, όπου η οξείδωση επιδιώκεται μεν, αλλά και πάλι με αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες και ρυθμό). Κατά την οξείδωση ενός κρασιού παράγεται ακεταλδεϋδη (προϊόν οξείδωσης της αιθανόλης), στην οποία οφείλεται το χαρακτηριστικό άρωμα οξείδωσης των χαλασμένων – κακοσυντηρημένων κρασιών. Όσον αφορά την ωρίμανση σε βαρέλι, αυτή βοηθά πολλά κρασιά να βελτιώσουν τους χαρακτήρες τους. Πολλά κόκκινα κρασιά δεν είναι κατάλληλα για κατανάλωση πριν “μαλακώσουν” στο βαρέλι: Μειώνεται η οξύτητα, σχηματίζονται πολύπλοκες ενώσεις που επιδρούν στη γεύση και το άρωμα, εκχειλίζονται ουσίες του βαρελιού (για το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά ξύλο δρυός) και καθιζάνουν διάφορα ανεπιθύμητα συστατικά. Επίσης επιτρέπεται η πολύ αργή οξείδωση, που θα δώσει ουσίες, οι οποίες αργότερα, στο αεροστεγές περιβάλλον της φιάλης, αποκτούν αναγωγικό χαρακτήρα και αναπτύσσουν το “μπουκέτο” ενός κρασιού παλαίωσης. Η διάρκεια της ωρίμανσης στο βαρέλι ποικίλλει για κάθε κόκκινο κρασί και δεν ισχύει σε καμία περίπτωση το “όσο περισσότερο, τόσο καλύτερα” – συνήθως μιλάμε για κάποιους μήνες έως και λίγα χρόνια στις ακραίες περιπτώσεις. Υπάρχουν πολλά κόκκινα κρασιά στα οποία η ωρίμανση στο βαρέλι δεν έχει τίποτε να προσφέρει, καθώς και άλλα που τα καταστρέφει, π.χ. κρασιά χωρίς έντονο άρωμα, που στο βαρέλι θα αποκτούσαν αμιγείς τους χαρακτήρες του ξύλου. Τα λευκά κρασιά συνήθως δεν χρειάζονται – ούτε και αντέχουν – την ωρίμανση στο βαρέλι, αν και κάποια μπορούν να εμπλουτιστούν σε γεύση και άρωμα, αποκτώντας πιο σύνθετο χαρακτήρα. Εδώ όμως η διαδικασία απαιτεί ακόμη περισσότερη τέχνη και προσοχή από τον οινοποιό. Μετά την ενδεχόμενη ωρίμανση στο βαρέλι ακολουθεί η παλαίωση στη φιάλη, που φυσικά συμβαίνει συνήθως με την ευθύνη όχι του οινοποιού, αλλά του αγοραστή-καταναλωτή. Εδώ σημαντική προϋπόθεση είναι η απουσία οξυγόνου (αεροστεγής φελλός και πλαγιασμένη φιάλη) και λοιπών οξειδωτικών συνθηκών (σχετικά χαμηλή θερμοκρασία, απουσία φωτός και λοιπές “συνθήκες κάβας”). Αυτή είναι η φάση όπου τα ποιοτικά κρασιά αποκτούν το χαρακτηριστικό τους “μπουκέτο”. Και εδώ η διάρκεια της παλαίωσης ποικίλλει: ελάχιστα είναι τα κρασιά που αντέχουν μέχρι και έναν αιώνα, ενώ τα περισσότερα φτάνουν στην ποιοτική κορύφωση του χαρακτήρα τους μετά από λίγα χρόνια -αν αργήσουν κι άλλο να καταναλωθούν οδηγούνται στη “γήρανση”. 

Νάουσα: η πόλη του κρασιού

Κατηγορίες: Νάουσα - Νιάουστα — tomasnao @ 6:19 μμ
Tags: , , , ,

Νάουσα: η πόλη του κρασιού

«Κρασί ωσάν της Νιάουστας, το φέρνουν στο μαντήλι»
Γεννημένη μέσα σε μία φυσική αγκαλιά, που σχηματίζουν καταπράσινες πλαγιές και λόφοι, με την ήρεμη ομορφιά της να διακόπτεται από ζωογόνα ποτάμια και καταρράκτες, η Νάουσα ήταν προορισμένη θαρρείς να παράγει το καλύτερο κρασί.
Σε αυτές τις πλαγιές βρίσκεται εγκατεστημένος και ο αμπελώνας της Νάουσας, ηλιόλουστος και προφυλαγμένος από τους βοριάδες. Έτσι ωριμάζει η πιό εκλεκτή ερυθρή ποικιλία του βορειοελλαδικού χώρου, το Ξινόμαυρο, για την παραγωγή του βαθυκόκκινου, πλούσιου σε σώμα και επιδεκτικού στην παλαίωση κρασιού Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας ΝΑΟΥΣΑ.
Η ιστορία του οίνου στη Νάουσα
Ως τόπος καταγωγής του θεού Διόνυσου, η Νάουσα αποτελεί μέχρι και σήμερα, πόλη του οίνου και της αμπέλου. Το χώμα, τα νερά, το κλίμα της αποτέλεσαν πάντα τον ιδανικό συνδυασμό για την καλλιέργεια των πιο ευγενών ποικιλιών αμπελιών. Αυτή η παράδοση της αμπελοκαλλιέργειας στη Νάουσα χάνεται στα βάθη των αιώνων.
Το εξαίρετο κρασί της ταξιδεύει σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Είναι μεστό, και πολύτιμο. Η φήμη του δικαιώνει αυτό που παλαιότερα και μέχρι σήμερα λένε, «κρασί ωσάν της Νιάουστας το φέρνουν στο μαντήλι».
Αργότερα, στη νεότερη ιστορία (1800 – 1900 μ. Χ.) ο οίνος της Νάουσας γίνεται γνωστός ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικά είναι τα γραπτά κείμενα των Pouqueville (1826) και Cousinery (1831), ταξιδευτών που επιβεβαιώνουν την φήμη και την ποιότητα του ναουσαίικου οίνου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο οίνος της Νάουσας είναι πλέον γνωστός και εξάγεται στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, και φτάνει ως την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ωστόσο, πριν το τέλος του αιώνα αυτού, φτάνει η φυλλοξήρα και στην Ελλάδα με αποτέλεσμα πολλοί αμπελώνες να καταστραφούν ολοκληρωτικά. Στα τέλη του ‘60 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα με τη χρήση υποκειμένων, τα οποία είναι ανθεκτικά στο έντομο και μάλιστα στη ριζόβια μορφή που προκαλούσε την μεγαλύτερη ζημιά και ξαναστήνονται οι αμπελώνες της Νάουσας.
Η Νάουσα ανακηρύχτηκε, τον Οκτώβριο του 1987 στη Ρώμη, Διεθνής Πόλη Αμπέλου και Οίνου.
Η «σύγχρονη παράδοση»
Η Νάουσα δεν σταμάτησε ποτέ να παράγει το φημισμένο κρασί της. Καθώς η προτίμηση του κοινού εστράφη στα εμφιαλωμένα κρασιά, μεγάλωσε και το ενδιαφέρον των αμπελοκαλλιεργητών της Νάουσας για την ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας.
Έτσι, από το 1970 η καλλιέργεια βελτιώνεται. Τα αμπέλια αναπτύσσονται σε γραμμικά σχήματα. Υιοθετούνται σύγχρονες μέθοδοι οινοποίησης, ωρίμανσης και εμφιάλωσης. Η ποιότητα του κρασιού διασφαλίζεται με συνεχή αυστηρό έλεγχο. Η Νάουσα συνεχίζει να επιβεβαιώνει τη Φήμη και την πρωτοπορία της στο καλό κρασί. Στο πολύτιμο κρασί.
  

«Ξινόμαυρο» Νάουσας


Η ευγενής ερυθρά ποικιλία οιναμπέλου που καλλιεργείται εδώ και εκατοντάδες χρόνια στην περιοχή, το Ξινόμαυρο, πήρε κατά καιρούς πολλά ονόματα. «Μαύρο Νάουσας» ή «ποπόλκα» ή «ποπόλικο» ή «μαύρο ξινό». Το ξηρό κρασί Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητος ΝΑΟΥΣΑ, φτιάχνεται αποκλειστικά από το Χινόμαυρο, ερυθρό σταφύλι, καλά εγκλιματισμένο στα ηπειρωτικά κλίματα. Το ξινόμαυρο καλλιεργείται σε περισσότερες περιοχές από οποιαδήποτε άλλη ποικιλία στην Ελλάδα, στη Νάουσα όμως φτάνει εύκολα στην τέλεια ωρίμανση. Εμφανίζεται με αξιολογο δυναμικό σε αρώματα ζύμωσης και παλαίωσης, αλλά επίσης και με ισορροπία στις περιεκτικότητες σακχάρων – οξέων – τανινών.
Είναι το οικοσύστημα που το ευνοεί, γιατί εδώ οι αμπελώνες έχουν προνομιούχα θέση. Το υψόμετρό τους ξεκινά από τα 150 μέτρα και φτάνει τα 350. Είναι εγκατεστημένοι στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου και έτσι προφυλάσσονται από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους ενώ συγχρόνως επωφελούνται από τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου.
Τα κρασιά που κυκλοφορούν με την ένδειξη «Ονομασία Προέλευσης Νάουσα» έχουν βαθυκόκκινο χρώμα και χαρακτηριστικό άρωμα φρούτων που εξελίσσεται σε πλούσιο μπουκέτο, κατά τον ένα χρόνο παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια (υποχρεωτικό από τη νομοθεσία)
Τότε, δίπλα στα βατόμουρα και τα δαμάσκηνα, εμφανίζονται η βανίλια και η κανέλλα. Τότε μαλακώνουν και οι τανίνες που χαρίζουν στο κρασί καλή δομή και πλούτο.  

Αμπελουργική Ζώνη Οίνου Ονομασίας Προελεύσεως Νάουσα

Λίγες περιοχές στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, έχουν το προνόμιο να χαρακτηρίζεται το κρασί που παράγουν ως οίνος «Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος». Ονομασία νομοθετημένη και κατοχυρωμένη και από την ΕΟΚ. Η Νάουσα είναι μία από αυτές τις περιοχές. Έτσι η ονομασία «Νάουσα» δίνεται σε κρασί που παράγεται από εκλεκτά σταφύλια της ευγενούς ποικιλίας Ξινόμαυρο, που καλλιεργείται σε καθορισμένη αμπελουργική ζώνη με ορισμένο τρόπο και απόδοση (75ΗL/ΗΑ) και οινοποιείται με τον παραδοσιακό τρόπο της Νάουσας.
Η αμπελουργική ζώνη της περιοχής περιλαμβάνει το Δήμο Νάουσας και τις Κοινότητες Μαρίνα, Γιαννακοχώρι, Στενήμαχος, Λευκάδια, Τρίλοφος, Κοπανός και Φυτειά.
Εδώ η πλούσια σε ιχνοστοιχεία γη, καθώς αφήνεται στις θωπείες του ζεστού ήλιου που αγκαλιάζει τις μεσημβρινές πλαγιές του Βερμίου ή στη δροσερή αναπνοή της νύχτας που κατεβαίνει από το Σέλι, ωριμάζει τα εκλεκτά σταφύλια. Τα βοηθά να κρατήσουν το γλυκό χυμό, τη δροσιά και τη χαρακτηριστική γεύση τους. Αυτοί οι φυσικοί παράγοντες, συνδυασμένοι αρμονικά μεταξύ τους, είναι η βάση του ξακουστού κρασιού της Νάουσας.

 

Νάουσα, Ένας Αμπελότοπος Με Μεγάλη Ιστορία,

Αξιόλογο Παρόν Και Μέλλον



Η μυθολογία θέλει τη Σεμέλη, τη μητέρα του Διόνυσου, να βρίσκει καταφύγιο στις πλαγιές του Βερμίου. Θέλει ακόμη και τον Σειληνό, έξοχο χορευτή και πιστό σύντροφο του θεού του αμπελιού και του κρασιού, να γεννιέται εδώ, γύρω από τη Νάουσα. Οι γραπτές μαρτυρίες έρχονται πολύ αργότερα. Κατά την οθωμανική κατοχή, οι κάτοικοι κατάφεραν να τους παραχωρηθούν ορισμένα προνόμια που επέτρεψαν την διατήρηση των αμπελώνων τους και την ανάπτυξη του οινεμπορίου. Στα κελάρια των σπιτιών τους παλαίωναν, αποθηκευμένα σε βαρέλια, τα Ναουσαίικα κρασιά. Τανικά, πλούσια, μπρούσκα. Η υγρασία που πρόσφεραν τα άφθονα υπόγεια νερά της περιοχής ευνοούσε αυτή την παλαίωση. Έτσι οι Γάλλοι επισκέπτες εκείνης της εποχής γράφουν: «… Το κρασί της Νάουσας είναι στη Μακεδονία ότι είναι το Βουργουνδέζικο κρασί στη Γαλλία…» Cousinery, Voyage dans la Macedoine, 1831. Αυτό το κρασί λοιπόν, ταξίδευε στη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, αλλά και στο εξωτερικό, στην Αυστρία, την Ουγγαρία την Αίγυπτο. Το θεωρούσαν το καλύτερο από όσα παρήγαγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η λαμπρή πορεία του όμως διακόπτεται απότομα στις αρχές του 20ου αιώνα με την έλευση της φυλλοξήρας. Οι αμπελώνες προσβλήθηκαν και άρχισε σταδιακά η καταστροφή τους. Οι αμπελουργοί αναγκάσθηκαν να ξεριζώσουν τα αμπέλια τους και να στραφούν σε άλλες καλλιέργειες, κυρίως ροδάκινα και μήλα. Το ονομαστό κρασί κινδύνεψε να χαθεί. Τον αγώνα της «διάσωσής» του ανέλαβαν οι εναπομείναντες αμπελουργοί, οινοπαραγωγοί και οινέμποροι, καθώς και ειδικοί επιστήμονες οι οποίοι θέλησαν να συνεχιστεί η παράδοση. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, οι αμπελώνες της Νάουσας άρχισαν δειλά-δειλά να ξαναστήνονται με τη χαρακτηριστική ερυθρή ποικιλία της περιοχής, το Ξινόμαυρο. Και οι προσπάθειες καρποφόρησαν. Ο αμπελώνας σώθηκε και από το 1971 το ερυθρό, ξηρό κρασί ΝΑΟΥΣΑ, ένα από τα πιο κλασικά ερυθρά της χώρας μας, ανήκει στην κατηγορία των Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας.
Το κρασί φτιάχνεται αποκλειστικά από το Ξινόμαυρο, κόκκινο σταφύλι που συναντάται με πολλά ονόματα: Μαύρο Ναουστιανό, Ποπόλκα, Μαύρο Ναούσης. Καλά εγκλιματισμένο στα ηπειρωτικά κλίματα καλλιεργείται σε περισσότερες περιοχές από οποιαδήποτε άλλη ποικιλία στην Ελλάδα. Εδώ όμως φτάνει εύκολα στην «τέλεια» ωρίμανση. Εμφανίζεται με αξιόλογο δυναμικό σε αρώματα ζύμωσης και παλαίωσης αλλά επίσης και με ισορροπία στις περιεκτικότητες σακχάρων – οξέων – τανινών. Είναι το οικοσύστημα που το ευνοεί γιατί στη ζώνη της Νάουσας οι αμπελώνες έχουν προνομιούχα θέση. Το υψόμετρο τους ξεκινά από τα 150 μέτρα και φτάνει τα 350. Είναι εγκατεστημένοι στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου και έτσι προφυλάσσονται από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους ενώ συγχρόνως επωφελούνται από τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου. Δεν πρέπει φυσικά να υποτιμήσουμε τις φροντίδες και την αγάπη των Ναουσσαίων αμπελουργών για το σταφύλι και το κρασί τους. Θεωρούνται από τους πιο συνειδητοποιημένους αμπελουργούς σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο! Και μετά τη σκυτάλη παίρνουν οι οινοποιοί.
Τα κρασιά που κυκλοφορούν με την ένδειξη Ονομασία Προέλευσης Νάουσα έχουν βαθυκόκκινο χρώμα και χαρακτηριστικό άρωμα φρούτων που εξελίσσεται σ’ ένα πλούσιο μπουκέτο κατά τον ένα (υποχρεωτικό από τη νομοθεσία) χρόνο παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια. Τότε δίπλα στα βατόμουρα και τα δαμάσκηνα εμφανίζονται η βανίλια και η κανέλλα Τότε μαλακώνουν και οι τανίνες που χαρίζουν στο κρασί καλή δομή και πλούτο. Σήμερα η συνολική παραγωγή του Ο.Π.Α.Π. Νάουσα είναι της τάξης των 2.500.000 λίτρων, ένα 30-40% των οποίων εξάγεται.
 

Γιανίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα

Κατηγορίες: Γιανίτσαροι και Μπούλες — tomasnao @ 6:16 μμ

Γιανίτσαροι και Μπούλες

 

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
Γιανίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα

Έθιμα που έμειναν αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων και είναι άρρηκτα δεμένα με την παράδοση της Νάουσας αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες του καρναβαλιού
Ξημερώματα της προτελευταίας Κυριακής της Αποκριάς στη Νάουσα. Οι δρόμοι της πόλης είναι άδειοι και το μόνο που διαταράσσει τη σιωπή είναι ο μελαγχολικός ήχος του ζουρνά. Οι Γιανίτσαροι έχουν μόλις ντυθεί και ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το μπουλούκι και τις Μπούλες στο μακρύ ταξίδι τους.
Οι Ναουσαίοι, που ντύνονται Γιανίτσαροι είναι αυτές τις ημέρες τα τιμώμενα πρόσωπα. Για το ντύσιμό τους, μάλιστα, ακολουθείται ολόκληρη ιεροτελεστία, την οποία παρακολουθούν μόνο στενοί συγγενείς και φίλοι.
Ο Γιανίτσαρος, με την καθοδήγηση ενός παλιού Γιανίτσαρου, φοράει μεταξύ άλλων φουστανέλα και τσαρούχια, ενώ η φορεσιά του στολίζεται με πολλές σειρές από βαριά και λεπτοδουλεμένα ασημένια νομίσματα.
Η μεταμφίεση του λεβέντη Ναουσαίου σε Γιανίτσαρο ολοκληρώνεται με τον “πρόσωπο”, μια μάσκα από πανί κερωμένο στην εσωτερική πλευρά και στοκαρισμένο στην εξωτερική. Στον “πρόσωπο” ζωγραφίζεται ένα τσιγκελωτό μουστάκι, ενώ επίσης υπάρχουν μικρές σχισμές για τα μάτια και το στόμα. Το δέσιμο του προσώπου γύρω από το κεφάλι απαιτεί ιδιαίτερη τέχνη και για το λόγο αυτό, ανατίθεται σε ειδικευμένους Ναουσαίους τεχνίτες.
Ο Γιανίτσαρος είναι πλέον έτοιμος. Από μακριά ακούγεται ο ήχος του ζουρνά, που παίζει το “μάσιμο”. Μόλις οι οργανοπαίχτες φθάσουν στο σπίτι, ο Γιανίτσαρος τινάζεται στο παράθυρο και, αφού πιάσει από το χέρι όλους τους παρευρισκόμενους, αναπηδά τρεις φορές στα δυο του πόδια. Στην εξώπορτα κάνει τρεις φορές το σταυρό του, κατεβαίνει βιαστικά τις σκάλες και ενώνεται με το “μπουλούκι”, που καθοδηγείται από μία ή δύο Μπούλες.
Οι “Μπούλες”
Το ρόλο της Μπούλας υποδύεται πάντα άνδρας ντυμένος με φαρδιά γυναικεία ρούχα. Η Μπούλα οφείλει να φιλήσει το χέρι των σπιτικών και των μελών του μπουλουκιού. Όλοι της δίνουν χρήματα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση του αγώνα κατά των Τούρκων.
Στη συνέχεια το μπουλούκι ξεκινάει για το κονάκι του Μουντίρη (Δημαρχείο), όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι Ναουσαίοι και επισκέπτες. Οι οργανοπαίχτες παίζουν το προσκύνημα. Οι Γιανίτσαροι, όμως, δεν προσκυνούν σα ραγιάδες, αλλά τινάζονται αγέρωχα, ενώ αντίθετα οι Μπούλες κάνουν τεμενάδες.
Ο αρχηγός των Γιανίτσαρων ανεβαίνει στο κονάκι και βγάζει τον “πρόσωπο”, ώστε να πειστεί ο Μουντίρης ότι το μπουλούκι δεν απαρτίζεται από αντάρτες. Την ίδια ώρα, ορισμένοι ευυπόληπτοι πολίτες επιβεβαιώνουν ότι πράγματι όλοι οι άνδρες είναι φιλήσυχοι Ναουσαίοι. Στην πραγματικότητα, όμως, στο μπουλούκι κρύβονται πολλοί επαναστάτες, που κατέβηκαν από τις κορφές του Βερμίου για να στρατολογήσουν νέους αντάρτες.
Ο Μουντίρης, πεπεισμένος για τις καλές προθέσεις του μπουλουκιού, δίνει την άδειά του για τη συνέχιση της γιορτής και αμέσως ο ζουρνάς αλλάζει σκοπό και παίζει θριαμβευτικά την πρώτη πατινάδα: “Κάτω στη Ρόιδο τη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα”. Ακολουθούν ο “Θούριος” του Ρήγα και η “Παπαδιά”, ενώ το γλέντι ολοκληρώνεται με τη “Μακρινίτσα”.
Την επόμενη Κυριακή επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα. Το βράδυ, όμως, μόλις οι πρωταγωνιστές του δρώμενου επιστρέψουν στα σπίτια τους, δε λείπει η “χάσκα”.
Ο αρχηγός της οικογένειας δένει στην άκρη ενός σπάγκου ένα κομμάτι σκληρό χαλβά και καθένα από τα μέλη της οικογένειας προσπαθεί να το πιάσει με το στόμα. Όποιος κατορθώσει να πιάσει το χαλβά, αυτός και το δικαιούται.
Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας το μπουλούκι συγκεντρώνεται εκ νέου και οι Γιανίτσαροι, χωρίς μάσκες πλέον και με πλήθος κόσμου να τους ακολουθεί, χορεύουν ξέφρενα. Αργά το βράδυ έρχεται πλέον η ώρα του “χωρισμού”. Οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες, αφού κάνουν έναν κύκλο με τον οργανοπαίχτη στη μέση, θα το χτυπήσουν συμβολικά με την πάλα στο κεφάλι και σηκώνοντάς τον θα φωνάξουν: “Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει”. Και θα ανανεώσουν, έτσι, το ραντεβού τους για τον επόμενο χρόνο.Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ
Εις την Νίκαιαν την περίφημον πόλιν δια τας διασκεδάσεις των απόκρεων, λέγουν ότι εφέτος εορτάσθη η πεντηκονταετηρίς του Καρναβάλου. Εάν έχει έτσι το πράγμα, το ιδικό μας Καρναβάλι είναι κατά πολύ αρχαιότερον. Χρονολογείται πολύ προ της μαγάλης ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Επί Αλή πασιά του Τεπελενλή εις τα Ιωάννινα ο Γενίτσαρος έπαιρνε και έδιδε με την ιδιάζουσαν εκείνην στολήν του, η οποία ήτο ποτούρια τσόχινα μέχρι των ποδών, κεντημένων με χρυσογάϊτάνια, παρέκει. Ι …. την κεφαλήν από ζωνάρι μεταξωτό, πισλιά επίσης τσόχινα χρυσοκεντημένα και το απαραίτητο γιαταγάνι εις τα αριστερά. Τον γενίτσαρον τούτον ούτω πως ενδεδυμένον μετέφεραν εδώ έμποροι Ναουσαίοι επικοινωνούντες με τα Ιωάννινα, όπου μεταβαίνοντες επώλουν λάδι, σιαγάκια, και τα περίφημα της Ναούσης όπλα με τσιάρκι Κωστιούλη και λαμνί Πλήκα. Κατόπιν δε ο λογοθέτης και Άρχων της Ναούσης Ζαφειράκης, εις τα μάτια του οποίου πολύ άσχημα κτυπούσαν τα τουρκικά πουτούρια, αντικατέστησε ταύτα δια της φουστανέλλας σύμφωνα με το πνεύμα της τότε εποχής και το αρματωλικό και κλέπτικο φρόνημα. Άλλ’ η φουστανέλλα αύτη δεν έπρεπε να είναι μακρά, ως εκείνη, την οποίαν εφόρουν εις την Πελοπόννησον και την στερεάν Ελλάδα δηλ.15=20 εκατοστά κάτω του γόνατος, αλλά κοντά αρματωλική 4=5 δακτύλους άνω του γόνατος, σημείον της νύ….τείας του φέροντος αυτήν, εξαρτήματα της φουστανέλλας ήσαν οι κάτασπρες χολέβες δεμένες κάτωθεν του γόνατος με βοδέτες μεταξωτές φουντωτές, η φέρμιλη εμπρός, τα πισλιά οπίσω, αι δύο παλάσκαι η μία εμπρός η άλλη οπίσω, τα τοκάδια σταυροειδώς οπίσω και τα κιουστέκια εμπρός εις το στήθος φέροντας εικόνας αγίων και προ πάντων του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου πολιούχων της Ναούσης. Εις την κεφαλήν το μεταξωτό ζωνάρι από την Τρίπολιν της Αφρικής τα λεγόμενα ταραμπουλούζ, τσαρούχια δε λιάπικα μοσχοβολούντα από δέρμα τελετίνι, τα οποία μόνον εις τα Ιωάννινα κατασκευάζοντο.Προσωπίς δε πανομοιότυπος αυτή η σημερινή χρώματος ερυθρολεύκου παριστώντος τον σφριγηλόν νεανίαν, με μάτια μικρά, στόμα μικρόν αλλά μύστακα μακρόν αρειμανίως προς τα άνω στραμμένον εις ένδειξιν του ελευθέρου φρονήματος. Δια την κατασκευήν της προσωπίδος ταύτης ο Ναουσαίος Μπλατσιώτης αρκετόν χρόνον εμαθήτευσεν εις τεχνίτην Ιωαννίτην. Από τους οιούς δε αυτού εδιδάχθη την τέχνην ο μοναδικός εις το είδος αυτό Αριστείδης Μπλατσιώτης. Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν του Γενιτσάρου έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και οι Τούρκοι έδωκαν μπαχτσίσι. Όπου βαθέως ερριζωμένη ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν. Σύντροφος του Γενιτσάρου συνοδεύουσα αυτόν ήτο η νύφη, η λεγομένη μπούλα δια την ύπαρξιν της οποίας δύο εκδοχαί υπάρχουσιν. Κατά τους μεν ως εκδήλωσις της αρ….τικής διαθέσεως του Γενιτσάρου, κατά τους δε ως επινόησις προς αργυρολογίαν. Η νύφη στολισμένη ως αληθινή νύμφη, με φουστάνι πολυτελές και με κουλάνι (ζώνην) ασημένιο ζωσμένη και την κεφαλήν με τεχνητά λουλούδια εστεμένην, έπρεπε να είναι λυγερή και να χορεύη ωραία δια να σαγηνεύη τον θεατήν και να του πάρη την δεκάραν. Και ήτο ανάγκη να γίνη τούτο, διότι ο καρνάβαλος είχε πολλά έξοδα. Χρήματα εχρειάζοντο δια την προμήθειαν των ασημικών, δια την άδειαν των Αρχών (των τουρκικών), δια την πληρωμήν των νταουλίων, την διατροφήν του νταουλτζή και ζουρνατζή, οι οποίοι όλοι σχεδόν ήσαν ξένοι και ερχόμενοι εκ Βερροίας και των περιχώρων, οι οποίοι ως ανταλλάξιμοι απήλθον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ενδεδυμένοι και έ…ασμένος ο γενίτσαρος και η νύφη και ….ελούντες ομάδας (μπουλιούκια) από 6-8 άτομα έπρεπε κατά παλαιόν έθιμον καθιερωθέν υπό των αρχόντων της Ναούσης προ του 1821, οπότε ουδείς τούρκος υπήρχεν εν αυτή να επισκεφθούν το Διοικητήριον, όπου κατά πρώτον εχόρευον τον συγκαθιστόν, χορόν, καθ’ όν το άρρεν κυνηγά το θήλυ, το οποίον με ευστρόφους ελιγμούς πάντοτε ξεφεύγα. Αλλά και μετά την καταστροφήν της Ναούσης το 1822 και τον νέον συνοικισμόν της πόλεως διετηρήθη αυστηρώς το έθιμον τούτο, του να επισκέπτονται δηλ. η μπούλες πρώτον το Διοικητήριον, όπου αι τουρκικαί αρχαί ανέμεναν αυτάς και τας εφιλοδώρουν. Εκείθεν χορεύοντες το μπουλούκι χαβαα ή περιήρχοντο τας κεντρικωτέρας οδούς της πόλεως σταματώντες εις τας πλατείας και τέλος όλα τα μπουλούκια, ανερχόμενα εις 6=8 και ενίοτε εις δέκα έπρεπε να καταληξουν εις την πλατείαν «Καμμένα» όπου εδημιουργείτο ένα αληθές πανδαιμόνιον. Την δε επιούσαν, ήτοι την καθαράν δευτέραν ετελούντο και ιππικοί αγώνες, αφετηρίαν μεν έχοντες τον κήπον του κ. Πετρίδου, τέρμα δε τον μοναχόν πλάτανον. Αυτά είναι αγαπητή μου αναγνώστρια και αγαπητέ μου αναγνώστα, η ιστορία και η εξέλιξις του Καρναβάλου μας. Ως βλέπετε, ο Γενίτσαρος διετηρήθη σχεδόν ο αυτός απέριψεν μόνον τας δύο παλάσκας, αι οποίαι τον εμπόδιζον εις τον χορόν. Η νύφη όμως έλειψε και μαζί με αυτήν έλειψε και ο μοναδικός πόρος του Καρναβάλου. Και δια τούτο από τα συνήθως έξι-οχτώ μπουλιούκια περιωρίσθησαν εις έν και μόνον. Ιδού ένα ζήτημα, το οποίον πρέπει να εμβάλη εις σκέψεις όλους τους θιασώτας των Πατρίων, οι οποίοι θέλουν να διατηρηθή το ωραίον αυτό έθιμον, το οποίον αριθμεί βίον 150 περίπου ετών. Και επειδή οι λόγοι είναι μόνον χρηματικόν δια τούτο ενδείκνυται η σύστασις ενός «Κομιτάτου των Απόκρεων» το οποίον εν συνεργασία μετά του Δημοτικού Συμβουλίου να έρχεται αρωγόν εις τον Καρνάβαλον, μαζί με τον οποίον όλοι μας μικροί και μεγάλοι διασκεδάζομεν και δια την οποίαν διασκέδασίν μας οι ξένοι μας καλοτυχίζουν και μας θαυμάζουν. «Απορώ και εξίσταμαι, μας έλεγεν ένας ξένος, με το μοναδικό αυτό θέαμα. Όλοι χορεύετε, τα παιδιά χορεύουν, οι νέοι χορεύουν, οι άνδρες χορεύουν. Σατυρίζονται πρόσωπα, διακωμωδούνται έθιμα, παρατηρείται αληθής πανζουρλισμός και όμως μια μύτη δεν ματώνει, ένας μικροκαυγάς δεν γίνεται, ένα απλούν επεισόδιον δεν λαμβάνει χώραν μεταξύ 10 χιλιάδων χορευτών, οι οποίοι πίνουν και γλεντούν».

Απόκριες με την… Μπούλα
 

Κ. ΣΤ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ

Σε τρεις μόνο πόλεις της Ελλάδας μπορεί να έχει ο επισκέπτης την αίσθηση ότι βρίσκεται σε ένα είδος μπαλκονιού που αγναντεύει τον κάμπο και την ίδια στιγμή να αισθάνεται ότι η «πλάτη» αυτού του μπαλκονιού ακουμπάει στις υπώρειες των κλιτύων ενός μεγάλου βουνού που φράζει μονόμπαντα τον ορίζοντα. Και οι τρεις βρίσκονται περίπου στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και δεν είναι άλλες από την Εδεσσα, τη Νάουσα και τη Βέροια.
Στα πόδια τους ο κάμπος της Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά δεν χτίστηκαν σ’ αυτόν, γιατί κάποτε ήταν ένα έλος ατέλειωτο, ένας βάλτος, σαν κι αυτόν που περιέγραψε στα «Μυστικά» της η Πηνελόπη Δέλτα. Πίσω, βουνά θεόρατα το Βέρμιο και ο Βόρας, με τις κλιματολογικές συνθήκες τους να μην επιτρέπουν τη μόνιμη κατοίκηση.
Στα δύο άκρα της μακεδονικής αυτής οικιστικής τριλογίας η Βέροια και η Εδεσσα. Στο κέντρο, περίπου, η Νάουσα, μια πόλη κι αυτή «μπαλκόνι που ακουμπά στο βουνό», μοναδική όμως σε όλη την Ελλάδα, όχι μόνο για τη θέα που προσφέρει αλλά για τη φυσιογνωμία και τον πολιτισμό της.
Ενα μέρος τους αποκαλύπτεται απλόχερα στον επισκέπτη μέσα από τους καταρράκτες της Αραπίτσας και τα παλιά αρχοντικά της γύρω περιοχής, μέσα από την τοπική κουζίνα, με το περίφημο τυρί, τον μπάτζιο, και τα ονομαστά κόκκινα κρασιά.
Ενα άλλο παραμένει κλειστό (όχι πεισματικά πάντως!) και απαιτεί γνώσεις για να προσεγγισθεί. Γνώσεις που μόνο μέσα από τη γνωριμία με ανθρώπους της ποιότητας του συγγραφέα και φυσιολάτρη Τάκη Μπάιτση, μια φυσιογνωμία της Νιάουστας (και όχι Νάουσας!), μπορεί κανείς να αποκτήσει. Τότε, ακόμη και η αποκριάτικη εκδήλωση «Μπούλες και Γενίτσαροι» αποκτά άλλο περιεχόμενο. Αφήνουμε τον Τ. Μπάιτση να μας μιλήσει γι’ αυτά:
Η Αποκριά στη Νάουσα χαρακτηρίζεται από τρία βασικά στοιχεία: τον αυθορμητισμό των κατοίκων της, που με τον ενθουσιασμό και τη διάθεση φιλοξενίας που τους διακρίνει δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ετοιμασία για τα γλέντια τους· τα σατιρικά καρναβάλια, που με αναπαραστάσεις εθίμων, κοινωνικών, πολιτικών, επιστημονικών και άλλων θεμάτων, είναι κάτι ανεπανάληπτο· και το σπουδαιότερο και βασικότερο στοιχείο: το έθιμο του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας, ένα δρώμενο που χάνεται στα βάθη των χιλιετιών, παιδί του Διόνυσου κι αυτό, και φτάνει ως τις μέρες μας ατόφιο, αναλλοίωτο όπως το άφησαν οι προηγούμενες γενιές.
Ο Γιαννίτσαρος, ο περήφανος αυτός φουστανελοφόρος με τα πολλά ασημικά στο στήθος και στη φουστανέλα, τη μακριά πάλα (σπαθί) και το κέρινο «πρόσωπο» που καλύπτει το κεφάλι, είναι ο πρωταγωνιστής. Κύρια φιγούρα στο έθιμο η Μπούλα. Ανδρας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, με φαρδιά φουστάνια και «πρόσωπο», συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του μπουλουκιού. Αναπόσπαστο κομμάτι του δρώμενου τα μικρά παιδιά που μιμούνται τους μεγάλους σε όλες τις κινήσεις. Απαραίτητη στο τέλος της πομπής η μουσική. Ζουρνάς και νταούλι, τα μοναδικά όργανα που καλύπτουν όλη την ιεροτελεστία από το πρωί ως αργά το βράδυ χωρίς σταματημό.
Το μπουλούκι θα το ανταμώσουμε την Κυριακή της Αποκριάς γύρω στις 12 το μεσημέρι στο Δημαρχείο. Εδώ θα ‘ρθει για το «προσκύνημα» και θα πάρει την άδεια να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, από τον πρώτο άρχοντα του τόπου, τον δήμαρχο. Οι ντόπιοι θα δακρύζουν και οι ξένοι θα γίνονται ένα με αυτούς όταν ο ζουρνάς θα παίζει το «Ως πότε παλικάρια», τον αθάνατο θούριο του Ρήγα. Θα στηθεί κύκλος μεγάλος και οι λεβέντες νέοι θα χορέψουν πολλούς παραδοσιακούς χορούς ­ Παπαδιά, Νταβέλη, Τσιάμικο και τόσους άλλους. Η Μπούλα με μεγάλο σεβασμό θα σύρει τη Μακρυνίτσα, χορό με τον οποίο οι γυναίκες και τα παιδιά τους προτίμησαν τα αφρισμένα νερά της Αράπιτσας από τα χέρια των Τούρκων τον μαύρο Απρίλιο του 1822.
Θα γυρίσουν με τις πάλες, πατινάδα, όλες τις παλιές γειτονιές στήνοντας χορό σε κάθε Τριώδι (μικρή ή μεγάλη πλατεία). Στ’ Αλώνια το βράδυ θα βγάλουν τους προσωπάδες, θα γίνουν ένα με τον κόσμο που ακολουθεί και θα χορέψουν αντάμα παλιοί και νέοι χορευτές.
Με κάθε χειραψία ο Γιαννίτσαρος πηδά δυο-τρεις φορές λέγοντας «χρόνια πολλά», ενώ η Μπούλα σφίγγει τα χέρια όλων που της δωρίζουν χρήματα (έθιμο του τόπου κι αυτό).
Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες θα βγουν στους δρόμους την Κυριακή της Αποκριάς και τη Δευτέρα, την επόμενη Κυριακή και την Καθαρά Δευτέρα, καθώς επίσης και την Κυριακή της Ορθοδοξίας στις περιοχές του Σπήλιου και του Παπαράντου.
Πέρα από το έθιμο, τις Απόκριες οι επισκέπτες της πόλης θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν έναν όγκο χορευτικό παραδοσιακών συγκροτημάτων. Περνώντας από τις γειτονιές της θα δώσουν το παρών στην κεντρική πλατεία την ώρα της προγραμματισμένης παρέλασης το Λύκειο Ελληνίδων της Νάουσας, ο «Πυρσός», οι «Βλάχοι», η «Εύξεινος Λέσχη» και τόσα άλλα πλαισιωμένα από λαμπρούς νέους της Νάουσας.
Συγχρόνως τα σατιρικά καρναβάλια περιφέρονται στους δρόμους για να καταλήξουν και αυτά στην πλατεία, όπου προσπαθούν να αποδώσουν στους θεατές το θέμα που από μήνες ετοίμαζαν.
Πώς να πάτε: Εθνική οδός Αθηνών – Θεσσαλονίκης και λίγα μόλις δεκάδες χιλιόμετρα μετά την Κατερίνη στρίβουμε αριστερά και κατευθυνόμαστε προς τη Βέροια. Από εκεί η Νάουσα απέχει μόλις 19 χλμ.
Πού να μείνετε: Το καλύτερο ξενοδοχείο βρίσκεται στον Αγιο Νικόλαο, 3 χλμ. βόρεια της πόλης (τηλ. 0332 29311), στο οποίο για να βρείτε δωμάτιο πρέπει να κλείσετε εβδομάδες πριν!
Μην ξεχάσετε να επισκεφθείτε: Το χιονοδρομικό κέντρο των Τριών-Πέντε Πηγαδιών. Το περίφημο Κιόσκι, το πάρκο της πόλης, ένα πραγματικό μπαλκόνι στον κάμπο της Ημαθίας. Δύο χιλιόμετρα από την πόλη, τη σχολή του Αριστοτέλη και στη συνέχεια τους αρχαίους και μοναδικής λαμπρότητας μακεδονικούς τάφους των Λευκαδίων.
Το ΒΗΜΑ, 06/02/2000 .

 ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ

Στην πόλη της Νάουσας τις ημέρες της αποκριάς έχουμε το δρώμενο των Γενιτσάρων και της Μπούλας. Ένα έθιμο που οι ρίζες του χάνονται στο βάθος των αιώνων και της Ιστορίας.
Το παρακάτω άρθρο του κ Πέτρου Δεινόπουλου, δημοσιεύτηκε στο Ναουσαίϊκο περιοδικό «Νιάουστα» στο 6ο τεύχος Ιαν Φεβ. Μαρτ. 1979 σελ. 162,163,164. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το έθιμο στο βιβλίο του κ. Τάκη Μπαΐτση «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας» έκδοση του Ομίλου «Γενίτσαροι και Μπούλες» Θεσσαλονίκη 2001, και στο περιοδικό «Νιάουστα» τεύχη 70 & 71 Ιαν.-Ιουν 1995.
ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΛΕΧΑΙΝΑ
(Κοινές ρίζες στην αρχαιότητα και στην τουρκοκρατία)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 αναβίωνε το Ναουσαίϊκο Καρναβάλι μετά από 15ετή διακοπή, λόγο του πολέμου και των γεγονότων που ακολούθησαν. Τότε (1955) ιδρύθηκε και ο Τουριστικός Όμιλος που ανέλαβε τη διοργάνωση των αποκριάτικων εκδηλώσεων. Άρχισαν να έρχονται χιλιάδες επισκέπτες στη Νάουσα, οι οποίοι, ήταν φυσικά, να εντυπωσιαστούν από τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες και να ζητούν πληροφορίες για την «καταγωγή» τους.
Βοηθούντος και του πατριωτικού κλίματος της εποχής, συνδέσαμε τα δρώμενα, με εθνικά γεγονότα, με την επανάσταση της Νάουσας, τον Μακεδονικό Αγώνα κ..τ.λ. Άλλωστε σ’ όλην την Ελλάδα αυτό γίνεται. Όλα τα συνδέουμε με εθνικούς αγώνες, γιατί ακόμα κι αν δεν, προήλθαν από αυτούς, πάλι σε κάποιο στάδιο συνυπήρξαν και άσκησαν επίδραση. Την «εξήγηση» αυτή, πρόβαλε αργότερα (1988) και ο Τάκης Μπάϊτσης, προχωρώντας μάλιστα και στον χρονικό προσδιορισμό της «γέννησης» του εθίμου.
Στο Βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας», (σελ. 28). αφού αναφέρει την περίπτωση του παιδομαζώματος στη Νάουσα, την εξέγερση του Καραδήμου και των παλικαριών του και την εξόντωση τους από τους Τούρκους, συμπληρώνει, χωρίς ν’ αναφέρει την πηγή στην οποία στηρίζει την περίεργη εκδοχή του: «Αντί μνημοσύνου τον επόμενο χρόνο 1706 οι νέοι της Νάουσας, ντύνονται την αρματολική τους στολή και φορώντας το πρόσωπο ήταν και τότε μέρες αποκριάς (…), μέρες ξεφαντώματος από την αρχαιότητα για να μην τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι (…), γύριζαν στην πόλη αναπαριστώντας το παιδομάζωμα…..»
Ο Καθηγητής Θωμάς Γαβριηλίδης με δυο άρθρα του στη «Νιάουστα»» (τεύχη 70 κα 71, «Γιανύτσαρος και Μπούλα»), διατυπώνει άλλη θεωρία, καταφεύγοντας στην «ιστορία των ονομάτων». Γράφει Γιανύτσαρος με «ύψιλον» για να υποστηρίξει ότι προέρχεται κατευθείαν από τον Διόνυσο (Διόνυσος – Γιάνουσος – Γιανύτσαρος), ενώ για τις Μπούλες πιθανολογεί την προέλευση τους από τις αρχαίες Βαβύλες, που οι Ρωμαίοι πρόφεραν «Μπαμπούλες» και εμείς τις κάναμε «Μπούλες».
Μπούλες και Γενίτσαρους όμως δεν έχουμε μόνο στη Νάουσα. Ανάλογο δρώμενο υπάρχει και στην Ηλεία, όπως το πριν από μερικά στη «Φωνή της Ναούσης», χωρίς να παραθέσουμε αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό ίσως και δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή. Αναγκαστήκαμε λοιπόν, ν’ αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες, από τον Δήμο Λεχαινών, κοινότητες της Ηλείας και εφημερίδες της περιοχής.
Την προσπάθεια μας βοήθησαν με ενθουσιασμό ο Δήμαρχος Λεχαινών κ Δημ. Χατζηγιάννης και ο φίλος του εθίμου και εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Μυρσίνη» κ Διον. Μπώκος, ο οποίος μας έστειλε πλούσιο υλικό για το έθιμο που δεν υπάρχει μόνο στα Λεχαινά, αλλά διατηρείται και στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μυρσίνη καθώς και σε άλλες Κοινότητες της Ηλείας . τους ευχαριστούμε θερμά και ευχόμαστε να πραγματοποιηθεί η κοινή μας επιθυμία για μια στενότερη επαφή και αλληλογνωριμία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας δόθηκαν, το «μπουλούκι» στα Λεχαινά λέγεται «Γκοτσαριά» και το αποτελούν εννέα άνδρες : Ένας Αρχιγενιτσάρης, με έξι Γενιτσαραίους και δυο Μπούλες. Στο «Γενιτσαρίστικο» χορό συνοδεύουν ζουρνάς και νταούλι. Ένας άλλος χορός τους λέγεται «πηδητός» (μήπως ο δικός μας «νιζάμικος»;). Όταν φθάνουν μπροστά στους Επίσημους, τους χαιρετούν με μια «φούρλα» αντί για τα πηδήματα των δικών μας.
Η Μπούλα
Ο «Γενίτσαρος» της Νάουσας και ο «Γενίτσάρης των Λεχαινών μας παραπέμπουν στην περίοδο της τουρκοκρατίας
Το ίδιο και η Μπούλα. Τη λέξη «μπούλα», βρήκαμε στα λεξικά τριών τουλάχιστο Βαλκανικών γλωσσών, σερβικά, βουλγαρικά και. αλβανικά, με τη σημασία της χανούμισσας, της τουρκάλας. Με την ίδια σημασία, αναφέρεται και στα γλωσσικά ιδιώματα των βορειοανατολικών νησιών του Αιγαίου, στη Λήμνο(1), την Ίμβρο, Τένεδο κ.τ.λ.
Η λέξη δεν υπάρχει σε τουρκικά λεξικά, προφανώς, διότι τη χρησιμοποιούσαν μάλλον κοροϊδευτικά οι ραγιάδες όπως φαίνεται και από τον συνηθισμένο στη Νάουσα χαρακτηρισμό «χούτα μπούλα», κουτή γυναίκα, που λέγεται και για γυναίκα η οποία είναι ντυμένη με χτυπητά παρδαλά φουστάνια σαν «μπούλα». Και στην νήσο Ίμβρο την ίδια έννοια έχει ο χαρακτηρισμός.(2)
Όλα αυτά καθώς και η στολή της Μπούλας, με το παρδαλό φουστάνι, με το στεφάνι και τις πολύχρωμες κορδέλες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ναουσαίοι με τη γελοιογραφική αυτή καρικατούρα, ήθελαν να σατιρίσουν τις τουρκάλες και να βγάλουν το άχτι τους. Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι «Μπούλες» έπαυσαν να συμμετέχουν στο μπουλούκι των «Γενιτσάρων» από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, μετά δηλαδή την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναχώρηση των Τούρκων της Νάουσας,(3) οπότε δεν υπήρχε ο στόχος της σάτιρας. Οι «Μπούλες» όπως είναι γνωστό, ξανάκαναν την εμφάνιση τους, στις απόκριες του 1955.
Κοινές ρίζες
Όλα αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το έθιμο του Γενίτσαρου και της Μπούλας στη Νάουσα και τα Λεχαινά, εκτός από τις κοινές αρχαίες ρίζες του, έχει κοινές και νεώτερες επιδράσεις που πρέπει να τις εντοπίσουμε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, με πιθανό σύνδεσμο τους Λαλαίους, τους Τουρκαλβανούς κατοίκους του χωριού Λάλα της Ηλείας, που κατά την περίοδο της επανάστασης του ’21 το χωριό Λάλα που ήταν ορμητήριο των πολεμοχαρών τουρκαλβανών, οι οποίοι λυμαίνονταν τα ελληνικά χωριά, καταστράφηκε από τους Έλληνες επαναστάτες και οι κάτοικοι του εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα και σε άλλες περιοχές βορειότερα. Στους ιστορικούς εναπόκειται να ερευνήσουν αν στάλθηκαν και στη Νάουσα, μετά την επανάσταση της πόλης για να συνετίσουν τους άπιστους Ναουσαίους
Οι κοινές αρχαίες ρίζες και τα νεώτερα κοινά στοιχεία, δεν σταματούν βεβαίως την εξέλιξη του εθίμου, που προσαρμόζεται στις εκάστοτε τοπικές συνθήκες. Οι διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και στις στολές. Πιο απλές στα Λεχαινά, πιο εντυπωσιακές στη Νάουσα, όπου η στολή του Γενίτσαρου διατήρησε κάποια αρχαία στοιχεία («πρόσωπος», θώρακας κ.τ.λ.) που ενίσχυσαν τα νεώτερα (φουστανέλα, τσαρούχι, πάλα κ.λ.π.). έτσι ο Γενίτσαρος με την αρρενωπή εμφάνιση του δεν ήταν μόνο σύμβολο γονιμότητας, αλλά και πατριωτισμού.
Επίλογος Πριν κλείσουμε το σημείωμα αυτό, θα θέλαμε να καθησυχάσουμε όσους ενδεχομένως νομίσουν ότι τα όσα εκθέσαμε μειώνουν την αίγλη του εθίμου μας, ότι το «τουρκοποιούν» κ.τ.λ. Αντίθετα μάλιστα. Όλα δείχνουν ότι οι Γενίτσαροι και οι Μπούλες, όπως και όλα τα δρώμενα της αποκριάς, ξεκίνησαν με στόχο να σατιρίσουν τον Τούρκο δυνάστη και με την πάροδο των χρόνων, προσέλαβαν και ηρωϊκά στοιχεία, μπήκαν στην παράδοση του Λαού μας, και από γενιά σε γενιά, έγιναν βίωμα του.
Αν τα ονόματα καθόριζαν και την εθνικότητα, τότε θα έπρεπε να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα όχι μόνο του Γενίτσαρου και της Μπούλας, αλλά και των εκατομμυρίων Ελλήνων που λόγω της μακράς περιόδου της τουρκοκρατίας φέρουν επώνυμα τουρκογενή, με καταλήξεις σε «ογλου» σε «τζης» ή με πρώτο συνθετικό το «Καρά» κ.τ.λ.
 

Αρκοχώρι – Αρκουδοχώρι

Κατηγορίες: Αρκοχώρι — tomasnao @ 6:13 μμ
Tags: ,

Αρκοχώρι

H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΚΟΧΩΡΙΟΥ

Πηγή: “ΑΡΚΟΥΔΟΧΩΡΙ”, Μαργαρίτης Γιτόπουλος, Ελληνικά Γράμματα

Ήταν λίγο πριν το έτος 1500 όταν ο Σουλτάνος δώρισε την περιοχή της Νάουσας στον στρατηγό του Εβρενό για τις μεγάλες υπηρεσίες που προσέφερε σ’αυτόν. Ο Εβρενός έκανε τη νέα πόλη της Νάουσας στο σημείο που είναι σήμερα. Στο περιοδικό “Νιάουστα”, Οκτώβριος 1978, τεύχος 5, σελίδες 153 και 161, ο Δημήτριος Μπάιτσης και ο Γιάννης Καρατσιώλης γράφουν ότι στη Νοτιοδυτική πλευρά της περιοχής της Νάουσας είναι η μεγάλη χαράδρα που αρχίζει από την Σκουτίνα, Άγιο Σωτήρη, Δαλαμάρι και φθάνει μέχρι την Κουτίχα. Από τη χαράδρα που εμείς ονομάζουμε λάκο πλατάνια και νοτιότερα είναι η, περιοχή που λέγεται Αρκουδοχώρι.
Με αφορμή τις δηλώσεις Μπάιτση στο περιοδικό “Νιάουστα” και για το όνομα Αρκουδοχώρι, ο κύριος Γιώργος Χ. Xιoνίδης, δικηγόρος και πρώην βουλευτής και νομάρχης του νομού Ημαθίας που όπως μου είπε αγαπά και εκτιμά τους Αρκοχωρίτες μας βοήθησε να μάθουμε και εμείς την ιστορία των πρώτων χρόνων. Μας λέει ο κ. Χιονίδης σε ιστορικό έγγραφο του τούρκικου Ιεροδικείου Βεροίας – Ναούσης 1598-1886, έγγραφο 35, σελ28-29 της 1 ης Μαίου 1646 (Ι Κ. Βασδραβέλη, Θεσσαλονίκη 1954) δόθηκε το δικαίωμα στον Γιουσούφ μπέη να διακατέχει και να εξουσιάζει το τσιφλίκι Αρκουδοχώρι.
Από το έγγραφο αυτό μαθαίνουμε ότι προέκυψαν διαφορές μεταξύ του Γιουσούφ και του Μεχμέτ Αγά και η υπόθεση κατέληξε στο διβάνι του βεζύρη Μεχμέτ πασά, που δικαίωσε τον Γιουσούφ, ο οποίος αναγνωρίσθηκε ενοικιαστής του Αρκουδοχωρίου, όπως ήταν και νωρίτερα. Έτσι μαθαίνουμε ότι ο χώρος αυτός ήταν τσιφλίκι. Να πούμε ακόμα ότι ο κ. Χιονίδης λέει είναι το μόνο χωριό στην Ελλάδα που έχει το όνομα Αρκουδοχώρι, και σε όσα βιβλία διάβασε που είχαν σχέση με το χωριό, είναι γραμμένο με αυτό το όνομα.
Μια που μιλoύν άλλοι για το όνομα του χωριού μας, να πω κι εγώ ότι σε όσα βιβλία ή έγγραφα μέχρι το 1936 είδα ή άκουσα πουθενά δεν υπάρχει αλλιώτικο όνομα. Δεν είναι καθόλου παράξενο όχι μόνον να περνούσαν, αλλά και να ζούσαν μόνιμα οι αρκούδες, αφού το όνομα υπήρχε ακόμα και πριν γίνει η σημερινή Νάουσα και πριν κατοικήσουν άνθρωποι σ’ αυτό το χώρο. Όπως ξέρουμε, η αρκούδα δεν είναι μόνο σαρκοφάγο ζώο, αλλά τρώει σχεδόν όλα τα άγρια φρούτα, που στην περιοχή αυτή λόγω του μετρίου υψώματος υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία, και από την παράδοση ξέρουμε ότι όταν κτιζόταν το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο οι αρκούδες έφαγαν το άλογο που κουβαλούσε τις πέτρες γιανα κτίσουν το Μοναστήρι.
Αλλά και εάν σκεφτούμε ότι σήμερα, ύστερα από 500 χρόνια, στο όρος Βίτσι, που η ανατολική του πλευρά με την δυτική πλευρά του Βερμίου απέχει μόνον είκοσι χιλιόμετρα, υπάρχουν άγριες αρκούδες, πού είναι το παράξενο;
Δεν ξέρουμε αν από το 1646 μέχρι το 1822 ήταν αφεντικά οι απόγο¬νοι του Γιουσούφ ή αν ο Σουλτάνος το πούλησε ή το δώρισε σε κάποιον άλλο τούρκο Μπέη. Το 1795 ο Αλή Πασάς, θέλοντας να μεγαλώσει περισσότεροτο κράτος του, έστειλε στη Νάουσα ανθρώπους που υπόσχονταν στους Ναουσαίους ότι θα έχουν περισσότερες ελευθερίες και λιγότερους φόρους αν δεχθούν να είναι με το μέρος του Αλή. Αλλά οι Ναουσαίοι δεν δέχθηκαν τη συνεργασία και τις προτάσεις του Αλή. Ο Αλής αγανάκτησε και αποφάσισε με 4.000 Αλβανούς να καταλάβει με πόλεμοτη Νάουσα και τα γύρω χωριά της, των οποίων τα ονόματα και σε ορισμένα και ο πληθυσμός τους αναφέρονται στο βιβλίο του Ευστάθιου Στουγιαννάκη, Η Ιστορία της Νάουσας, σελ 63.
Σέλι 800 οικογένειες Σκουτίνα 120 οικογένειες Τ σιόρνοβο 65 οικογένειες Μαρούσια 70 οικογένειες Περισιώρι 120 οικογένειες Δραζίλοβο 450 οικογένειες
Για τα χωριά Αρκουδοχώρι, Διχαλεύρι, Διαβόρνιτσα και Χωροπάνι δεν αναφέρεται ο πληθυσμός τους.
Επίσης σε αυτό το σημείο ο ιστορικός μας αναφέρει και τη γλώσσα που μιλούσαν τα παραπάνω χωριά. Οι μεν κάτοικοι Σελίου, Σκοτίνας, Τσιορνόβου, Μαρούσιας, Αρκουδοχωρίου, Διαβόρνιτσας, Διχαλευρίου και Χωροπανίου μιλούσαν την Ελληνική, τα δε άλλα χωριά, εκτός από την Κουτσούφλιανη που μιλούσε ελληνοβλάχικα, μιλούσαν Σλαβομακεδόνικα.
Οι Ναουσαίοι με όλα τα χωριά είχαν καλές σχέσεις και συνεργάζονταν στις παραγωγές και στο εμπόριο και είχαν πλήρη εμπιστοσύνη στις συναλλαγές τους. Ταυτόχρονα ήταν ενωμένοι απέναντι στις απειλές των εχθρών, όπως στην πρώτη εκστρατεία των Αλβανών εναντίον τους, οι οποίοι όμως απέτυχαν και έφυγαν άπρακτοι στα Γιάννενα.
Όταν οι Ναουσαίοι πήγαν στο Βαλή, στη Θεσσαλονίκη, να του πουν ότι νίκησαν το στρατό του Αλή και παραμένουν πιστοί στο Σουλτάνο, ο Βαλής τους είπε μόνο μια λέξη: «Καλά!» και τίποτε άλλο. Τότε κατάλαβαν ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ Αλή και Βαλή και αναγκάστηκαν και αυτοί να αλλάξουν πολιτική. Και αφού κατάλαβαν ότι δεν είναι φίλος ο Σουλτάνος, όπως πίστευαν, αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν με τους όρους του Αλή Πασά. Με αρχηγό το Ζαφειράκη, επιτροπή πήγε στα Γιάννενα και συμφώνησαν ότι οι Ναουσαίοι είναι με το μέρος του Αλή καιο Αλής διόρισε ως αρχηγό το Ζαφειράκη.
Επίσης στην κατάσταση των λαφύρων από τους Τούρκους στις 27 Ιουνίου 1822 αναφέρεται η αξία των λαφύρων από το Αρκουδοχώρι που είναι 4.400 γρόσια.
Τόσο ήταν το μίσος στους κατοίκους των ορεινών χωριών της περιοχής από τους Τούρκους και τους αλλόθρησκους φίλους των Τούρκων,
Εβραίους και Αρβανιτάδες, που και στις καινούριες πατρίδες που πήγαν κι εκεί τους κυνηγούσαν.
Όπως ξέρουμε στα γειτονικά μας χωριά Διχαλεύρι, Μαρούσια, Σκουτίνα μετά το κάψιμο από τους Τούρκους οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και περιήλθαν στο τουρκικό Δημόσιο και όταν ελευθερωθήκαμε το 1912 οι περιουσίες αυτών των χωριών επανήλθαν στο ελληνικό Δημόσιο.
Μετά την επανάσταση του 1822 τα χωριά αυτά δεν ξανακατοικήθηκαν. Ενώ το Αρκουδοχώρι ήταν τούρκικο τσιφλίκι και παρέμεινε όπως και πριν την Επανάσταση.
Το μεγάλο ερώτημα είναι ποια χρονολογία ήλθαν στο Αρκουδοχώρι και από πού; Και με ποιο δικαίωμα έκαναν χωριό με εκκλησίες και δούλευαν τα δάση και τα χωράφια της περιοχής αυτής; Κανένας δεν μπορεί ναπιστέψει ότι οι προγονοί μας εγκαταστάθηκαν λαθραία επί τουρκοκρατίας σε τούρκικη ιδιοκτησία ούτε ότι αυτόν τον χώρο τους τον δώρισε τούρκος ιδιοκτήτης.
H σημερινή ονομασία του χωριού είναι «ΑΡΚΟΧΩΡΙ», το οποίο στις μέρες μας είναι ένας γραφικός, παραδοσιακός οικισμός στην μέση περίπου του όρους Βέρμιο.
 

Νάουσα

Κατηγορίες: Νάουσα - Νιάουστα — tomasnao @ 6:06 μμ
Tags: , , ,

Νάουσα

Η Νάουσα είναι πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, χτισμένη στους πρόποδες του όρους Βερμίου. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του Νομού Ημαθίας και είναι πρωτεύουσα της Επαρχίας Νάουσας. Από το 1955 χαρακτηρίζεται και «Ηρωική Πόλη» (πλάι στο Μεσολόγγι, το Σούλι και το Αρκάδι) για τους αγώνες και τις θυσίες κατά την περίοδο των απελευθερωτικών αγώνων του 1822. Η περιοχή της Νάουσας έχει ιστορία αιώνων. Στα πόδια της πόλης υπάρχουν τα ερείπια της περίφημης Σχολής του Αριστοτέλη στην οποία διδάχτηκε στα νιάτα του ο Μέγας Αλέξανδρος ηθική, πολιτική και φιλοσοφία.
Αφού θα μείνει ακατοίκητη για μεγάλο διάστημα απο τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα, αρχές του 15ου αιώνα, η περιοχή της Νάουσας θα επανοικιστεί στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας και θα γνωρίσει μεγάλη ακμή στον τομέα της χειροτεχνίας. Το 1822 η Νάουσα θα εξεγερθεί κατά τών Τούρκων, αλλά η εξέγερση καταστέλεται αιματηρά (το γνωστό “Ολοκαύτωμα της Νάουσας”). Παρόλα αυτά η Νάουσα κατορθώνει να ορθοποδήσει και πάλι και στα τέλη του 19ου αιώνα θα έχει ανθηρή βιομηχανία, ιδίως στον τομέα της κλωστοϋφαντουργείας με προϊόντα γνωστά και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Ο τομέας αυτός θα αποτελέσει και τη βάση για μεγάλη οικονομική ακμή που συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση απο την Οθωμανική κυριαρχία, επέζησε τους δυό Παγκόσμιους Πολέμους για να παρακμάσει στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Η παρακμή οδήγησε σε κλείσιμο μεγάλων βιομηχανικών μονάδων και σε δραματική αύξηση της ανεργίας.
H ευρύτερη περιοχή της Νάουσας φημίζεται για την οινοπαραγωγή της. Παράγονται σχεδόν στο σύνολό τους κρασιά Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτάτης Ποιότητος (Ο.Π.Α.Π.). Το ομώνυμο κόκκινο κρασί είναι παγκοσμίου φήμης, με πολλές διακρίσεις στην χώρα και στο εξωτερικό. Ήταν από τα πρώτα κρασιά στην Ελλάδα που κυκλοφόρησαν και εμφιαλωμένα. Η Νάουσα παράγει από τις καλύτερες ποικιλίες ροδάκινων, μήλων και κερασιών που ξεχωρίζουν στις εγχώριες και διεθνείς αγορές.
Η Νάουσα φημίζεται επίσης για το καρναβάλι της που κάθε χρόνο προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών, όπως και για βάση για χειμερινές και οικολογικές διακοπές. Τέλος είναι αγαπητό μέρος προετοιμασίας ποδοσφαιρικών ομάδων κατά την περίοδο του καλοκαιριού.
Γεωγραφία
H Νάουσα είναι χτισμένη στους ανατολικούς πρόποδες του Βερμίου σε μια φυσική αγκαλιά που σχηματίζει το βουνό. Δεσπόζει σ’ ένα μέσο υψόμετρο 330 m πάνω από τη θάλασσα, έχοντας στα πόδια της τον κάμπο της Ημαθίας. Το κλίμα της είναι ηπειρωτικό-μεσογειακό. Απέχει 90 km δυτικά από την θεσσαλονίκη, 22 km βόρεια από την Βέροια και 32 km νότια από την Έδεσσα.
Η περιοχή της Νάουσας διαθέτει πολλές φυσικές ομορφιές λόγω του ανάγλυφου εδάφους, των καταπράσινων βουνοπλαγιών και των πλούσιων πηγαίων νερών που σχηματίζουν μικρούς και μεγάλους καταράχτες. Κάθε επισκέπτης μένει ενθουσιασμένος για παράδειγμα απο το Άλσος του Αγίου Νικολάου Νάουσας με τα υπεραιωνόβια πλατάνια του και τις πηγές της Αραπίτσας, του ποταμιού που χωρίζει την πόλη στα δύο. Το μέρος έχει αξιοποιηθεί και τουριστικά, αλλά με σεβασμό προς το περιβάλλον, πράγμα που εγγυάται και η υπαγωγή του στο Πρόγραμμα LIFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Δήμος της Νάουσας ιδρύθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1912, αμέσως μετά την απελευθέρωση απο τους Οθωμανούς. Με τις οργανωτικες αλλαγές του Προγράμματος Ανασυγκρότησης της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης «Ιωάννης Καποδίστριας» ο Δήμος θα μεγαλώσει σημαντικά με την ενσωμάτωση των κοινοτήτων Αρκοχωρίου, Γιαννακοχωρίου, Ροδοχωρίου (με τους οικισμούς Ροδοχωρίου, Μεταμόρφωσης και Αγίου Παύλου) και Στενημάχου. Το δημοτικό διαμέρισμα της Νάουσας περιλαμβάνει τους οικισμούς Νάουσα, Νέα Στράντζα, Σταθμός, Άγιος Νικόλαος και Άνω Σέλι.
Λόγω της εγγύτητας στα βουνά, έχει αξιοποιηθεί και ο χειμερινός τουρισμός στο χιονοδρομικό κέντρο 3-5 Πηγάδια που απέχει μόλις 18 χιλιόμετρα απο το κέντρο της πόλης, βρίσκεται σε υψόμετρο 1400 – 2050 μέτρα και θεωρείται ένα από τα καλύτερα χιονοδρομικά κέντρα της χώρας.
Ιστορία
Η σημερινή Νάουσα έχει σχετικά μικρή ιστορία καθώς θα δημιουργηθεί πριν από 600 περίπου χρόνια, μεταξύ της κατάληψης της Βέροιας και της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Ωστόσο η ευρεία περιοχή της Νάουσας ήταν κατοικημένη από τα αρχαιότατα χρόνια.

Τα αρχαία χρόνια (Μίεζα)
Πρώτοι κάτοικοι που αναφέρονται στα γραπτά είναι οι Βρίγες, Θρακική φυλή γνωστότερη στην ιστορία με το όνομα Φρύγες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε όλη την Ημαθία γύρω στο 1200 π.Χ.. Οι Βρίγες θα διωχτούν αργότερα από την περιοχή από Μακεδονικές φυλές. Οι ανασκαφές που έγιναν στην πεδιάδα της Νάουσας και των γειτονικών κοινοτήτων δείχνουν από τα ευρήματα που βρέθηκαν, πως στον χώρο υπήρξε σημαντική πόλη με το όνομα Μίεζα ή Μέζα όπως αναφέρεται σε επιγραφή των Δελφών. Ο αρχαιολογικός χώρος ανήκει στο μεγαλύτερο του μέρος στον Δήμο Ανθεμίων (Κοπανός, Λευκάδια) και παρόλο που ανακαλύφτηκε ήδη τον 19ο αιώνα, συστηματική έρευνα ξεκίνησε μόλις το 1950. Ανακαλύφτηκαν οικισμοί ήδη από τα τέλη της Εποχής του Χαλκού, αλλά τα περισσότερα μνημεία που διασώθηκαν είναι από την ελληνιστική εποχή. Τα πιο σημαντικά ευρήματα θεωρούνται:
Η Σχολή του Αριστοτέλη στο Νυμφαίο της Μίεζας (Βρίσκεται στη θέση “Ισβόρια” της Νάουσας. Είναι ένα τοπίο πλούσιο σε νερά και βλάστηση όπου βρίσκεται το Νυμφαίο, Ιερό των Νυμφών δηλαδή. Πρώτες ενδείξεις χρήσης του χώρου ανάγονται στην Εποχή του Σιδήρου, όμως μετά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ο χώρος θα διαμορφωθεί σε σχολή και εδώ ο φιλόσοφος Αριστοτέλης δίδαξε στον νεαρό Αλέξανδρο φιλοσοφία, ηθική, τέχνες και μαθηματικά. Ανάμεσα σε δύο φυσικά σπήλαια λαξεύτηκε κάθετα ο βράχος, προστέθηκε μία ιωνική κιονοστοιχία και δημιουργήθηκε μία στεγασμένη στοά σε σχήμα Γ. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βέροιας υπάρχουν κεραμίδες και πήλινες σίμες από τη στέγη της στοάς.
Το αρχαίο θέατρο της Μίεζας (θέατρο ελληνιστικών χρόνων (2ος αι. π.Χ.). Ανακαλύφτηκε τυχαία το 1992. Είχε χωρητικότητα γύρω στους 1.500-2.000 θεατές. Οι ανασκαφές συνεχίζονται και κοντά στο θέατρο όπου βρίσκεται η αγορά της Μίεζας).
Ο μεγάλος Μακεδονικός τάφος «Κρίσεως» (Αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Μνημειακός διθάλαμος μακεδονικός τάφος με διώροφη πρόσοψη και τέσσερεις ζωγραφικές παραστάσεις με σκηνές Κρίσεως του νεκρού στον Άδη. Πιθανότατα τάφος του Πευκέστα, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τη Μίεζα).
Ο Μακεδονικός τάφος των Λύσωνος και Καλλικλέους (Γύρω στο 200 π.Χ. Μικρός διθάλαμος μακεδονικός τάφος με απλή πρόσοψη και πολύχρωμες ζωγραφικές παραστάσεις. Περιέχει τα οστά και την τέφρα τεσσάρων γενιών μιας οικογένειας υψηλής στρατιωτικής ιεραρχίας και πήρε το όνομα από δυο εκ των νεκρών).
Ο Μακεδονικός τάφος των Ανθεμίων (3ου αιώνα π.Χ. Διθάλαμος καμαροσκεπής μακεδονικός τάφος).
Ο Μακεδονικός Τάφος του Kinch (Γύρω στα 310-290 π.Χ. Μικρός διθάλαμος μακεδονικός τάφος με απλή πρόσοψη. Η ζωγραφική διακόσμηση του εσωτερικού δε διασώζεται πλέον. Πήρε το όνομα από τον Δανό αρχαιολόγο Kinch που τον ανέσκαψε στα τέλη του 19ου αιώνα).
Το 168 π.Χ. μετά την μάχη της Πύδνας η περιοχή περνά στα χέρια τών Ρωμαίων. Έκτοτε η περιοχή της Νάουσας περνά σε αφάνεια.

Η επανίδρυση
H σημερινή Νάουσα δεν είναι γνωστό πότε δημιουργήθηκε ακριβώς. Σύμφωνα με τοπικους μύθους και έμμεσες ιστορικές μαρτυρίες θα δημιουργηθεί τα τέλη του 14ου αιώνα, αρχές του 15ου αιώνα, προφανώς λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Βέροιας από τους Τούρκους (γύρω στα 1383-87). Την εποχή εκείνη επικρατούσε αναρχία στην περιοχή καθώς άτακτες μονάδες γαζήδων έκαναν συχνές επιδρομές και καταλάμβαναν, συχνά για μικρό διάστημα, πόλεις και περιοχές της Μακεδονίας. Tρομαγμένοι κάτοικοι της περιοχής κατέφυγαν μεταξύ άλλων και στα όρια της σημερινής πόλης της Νάουσας, στα δάση και ορεινά άσυλά της και συνέβαλαν στην επανακατοίκηση της περιοχής. Η τοποθεσία όπου είναι χτισμένη η πόλη σήμερα ήταν ιδανική, καθώς όλος ο κάμπος απλωνόταν στα πόδια των κατοίκων που μπορούσαν εύκολα να δουν επερχόμενους κινδύνους.
Μετά την ολοκληρωτική κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς η περιοχή περιήλθε στα χέρια του Γαζή Εβρενός μπέη, ένος από τους πιο δραστήριους στρατηγούς του σουλτάνου Μουράτ Α’ στον οποίο η τουρκική παράδοση αποδίδει την κατάληψη σχεδόν κάθε σημαντικής πόλης της Μακεδονίας. Εδώ θα ιδρύσει βακούφι που οι απόγονοί του διατήρησαν στα Γιαννιτσά. Ο ελληνικός πληθυσμός στην περιοχή απολάμβανε εξ αρχής σημαντικά προνόμια, χάρη στην παρέμβαση της Βαλιντέ Χανούμ Σουλτάνας (Μάρα Μπράνκοβιτς, κόρης του Σέρβου ηγεμόνα Γεωργίου Μπράνκοβιτς και σύζυγος του Μουράτ Β’). Η Νάουσα ήταν χριστιανική πόλη εξ’ αρχής (εκτός από τον καδή (δικαστή) και το βοεβόδα (διοικητή) δεν ήταν άλλοι Οθωμανοί στην πόλη), με δικαιώματα αυτοδιοίκησης, δικής της φρουράς και με σημαντικά φορολογικά προνόμια, που επέτρεψαν την γρήγορη συγκέντρωση πληθυσμού και την ανάπτυξη της χειροτεχνίας (οπλουργία, χρυσοχοΐα, υφαντουργία κλπ). Ήδη απ’ τον 17ου αιώνα υπάρχει ένα αστικό κέντρο με χίλια περίπου σπίτια και οικονομική επιρροή στην περιοχή της κεντρικής Μακεδονίας και πιο πέρα (λόγω της θέσης στο δρόμο τών καραβανιών που συνέδεε τις νοτιοβαλκανικές αγορές).
Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα λίγα είναι γνωστά για την πόλη. Η πρώτη σημαντική πληροφορία αναφέρεται σε μια στάση του 1705 όταν τούρκος αξιωματούχος πήγε στην περιοχή με την εντολή να στρατολογήσει νέους για τα τάγματα των γενίτσαρων. Οι κάτοικοι, αρνήθηκαν να παραδώσουν τα παιδιά τους και σκότωσαν τον αξιωματούχο και δύο συνοδούς του. Με επικεφαλής τον αρματολό Ζήση Καραδήμο και τους δύο γιούς του, κάπου 100 άτομα ύψωσαν την σημαία της ανταρσίας και προκαλούσαν πλήγματα στους κατακτητές. Απόσπασμα όμως από 800 Τούρκους κατόρθωσε να κυκλώσει τους αντάρτες και τελικά να σκοτώσει στην μάχη τον Καραδήμο. Οι δύο γιοί του θα συλληφτούν και θα καταδικαστούν σε θάνατο.
Παρά την παρένθεση αυτή, η Νάουσα συνεχίζει να αναπτύσεται με γοργούς ρυθμούς. Σε ένα αιώνα ο πληθυσμός θα διπλασιαστεί σχεδόν και θα αποκτήσει φήμη και για τα κρασιά και για τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες της. Προσέλκυσε έτσι το ενδιαφέρον του φιλόδοξου Αλή Πασά των Ιωαννίνων που με πολιορκίες και δόλο προσπάθησε να την προσαρτήσει μεταξύ 1795 και 1804. Το 1804 ο αρματολός Βασίλης Ρομφαίης με τον υπαρχηγό Τάσο Καρατάσο, ύστερα από αγώνα πέντε μηνών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, που περιήλθε έτσι στα χέρια του Αλή μέχρι και το 1812 οπότε την εγκατέλειψε κατ’ εντολή του σουλτάνου.
Η ηρεμία θα διαρκέσει όμως λίγα μόνο χρόνια. Το Φεβρουάριο του 1822, η Νάουσα παρόλη την ευημερία της θα λάβει μέρος στα πλαίσια της Ελληνικής Επανάστασης. Πολεμικές επιχειρήσεις με αρχηγούς τους Ζαφειράκη Θεοδοσίου και Τάσο Καρατάσιο, με στόχο την δημιουργία ελεύθερου επαναστατικού καθεστώτος στην περιοχή, θα οδηγήσουν στην πολιορκία της πόλης από τα στρατεύματα του Διοικητή της Θεσσαλονίκης Mεχμέτ Eμίν Πασά, γνωστού ως Eμπού Λουμπούτ (ο ροπαλοφόρος). Η πόλη, παρά την ηρωική αντίσταση, θα υποκύψει τελικά στην δύναμη των 12.000 ανδρών του πασά στις 22 Απριλίου 1822, Κυριακή του Θωμά. Ακολούθησαν η καταστροφή της πόλης, λεηλασίες, σφαγές και διωγμοί του πληθυσμού. Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ’ αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους “Στουμπάνους” για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Σύμφωνα με τα επίσημα οθωμανικά ντοκουμέντα 409 Ναουσαίοι θα σκοτωθούν, 33 θα εγκαταλείψουν την πόλη και 198 θα λάβουν χάρη, όλοι ως επί το πλείστον άνδρες. Πάνω από 400 γυναικόπαιδα θα πωληθούν ως σκλάβοι. Οι περιουσίες των νεκρών και φυγάδων (655 σπίτια) και της εκκλησίας (226 σπίτια) θα δημευτούν. Ύστερα από αυτό το γεγονός η πόλη θα χάσει για τα επόμενα χρόνια τα προνόμιά της.
Μόλις το 1849 θα επιτραπεί πάλι μια μορφή αυτοδιοίκησης με την εκλογή άρχοντα και σχετικής αυτονομίας. Από το1868 οι άρχοντες θα επιτραπεί να γίνουν δήμαρχοι της πόλης, τίτλος που θα είναι για τα επόμενα χρόνια συνεχώς σε χριστιανικά χέρια. Ο δήμαρχος μπορούσε επίσημα να αποφασίσει για τα κοινά και είχε οπλισμένους σωματοφύλακες.
Παρόλη την καταστροφή, η Νάουσα θα αναρρώσει γρήγορα. Οι 198 Ναουσαίοι που έλαβαν χάρη, ανήκαν και στις πιο εύπορες οικογένειες. Εκτός από τα χωράφια, διέθεταν και 17 εργαστήρια, 26 βιοτεχνίες και 4 μεγάλες λανάρες. Έτσι υπήρξε η βάση και πάλι για οικονομική ανάπτυξη, ιδίως στην παρασκευή μάλλινων. Χριστιανικές οικογένειες θα μετακομίσουν στην Νάουσα ενώ οι αρχές προέτρεψαν και την εγκατάσταση μουσουλμανικών οικογενειών για την αποφυγή νέων κινημάτων. 70 μουσουλμανικές οικογένειες θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα.
Στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας η Νάουσα θα γνωρίσει εμπορική και βιομηχανική ακμή. Η ανάπτυξη θα ξεκινήσει κυρίως με τις μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά την περίοδο του Τανζιμάτ (Tanzimat) μεταξύ άλλων οι θρησκευτικές μειονότητες θα αποκτήσουν ίσα δικαιώματα με τους μουσουλμάνους και η ισότητα θα προσδώσει περισσότερη σιγουριά σε θέματα ιδιοκτησίας. Γύρω στις 20 οικογένειες θα αποτελέσουν την βάση της οικονομικής ακμής για τα επόμενα χρόνια. Μέσω παντρειών πολλές από αυτές θα έχουν μετοχές και στις επιχειρήσεις άλλων οικογενειών. Το 1874-1875 ιδρύεται το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Λόγγου–Κίρτση-Τουρπάλη» στην Νάουσα, η πρώτη ίσως βιομηχανία στα Βαλκάνια με την σύγχρονη έννοια του όρου. Οι βιομήχανοι επωφελήθηκαν της διεθνής πτώσης της τιμής βαμβακιού, του φτηνού νερού ως ενέργεια και των χαμηλών μισθών και έτσι θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν πλέον ικανοποιητικά τις εισαγωγές βαμβακερών από το εξωτερικό. Ακολουθούν στα επόμενα χρόνια και μέχρι της αρχές του 20ου αιώνα και άλλες βιομηχανικές μονάδες κλωστοϋφαντουργίας. Παράλληλα οι μέχρι τότε ισχυροί στην αγορά βούλγαροι παραγωγοί μάλλινων δεν ικανοποιούν πλέον ποιοτικώς τις ανάγκες κυρίως του Οθωμανικού στρατού και έτσι χάνουν σταδιακά την αγορά της Αυτοκρατορίας. Τα καινούργια εργοστάσια των Ναουσαίων επωφελούνται της ευκαιρίας και το εργοστάσιο Χατζηλαζάρου ειδικά αδυνατεί να ικανοποιήσει την αυξημένη ζήτηση του στρατού σε μάλλινα.
Στην διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα (1904-1908) η Νάουσα αποτέλεσε σημαντικό κέντρο κατά της δράσης τών βούλγαρων κομιτατζήδων. Ελληνικά ανταρτικά σώματα υποστηρίζονταν από την πόλη. Ο Μακεδόνικος Αγώνας αποτέλεσε την αφετηρία των νικηφόρων απελευθερωτικών πολέμων του 1912-1913 (Βαλκανικοί πόλεμοι). Η Νάουσα θα απελευθερωθεί από την Οθωμανική κυριαρχία στις 17 Οκτωβρίου του 1912.
Κατά την απελευθέρωση, η Νάουσα θα είναι μια βιομηχανική πόλη και ο πληθυσμός της ήταν 9.000 με 12.000 κάτοικοι, από τους οποίους γύρω στο 20% εργάτες (ως επί το πλείστον ανύπαντρες γυναίκες). Η πόλη έχει το 1912 τρεις κλωστοϋφαντουργίες με 14.200 αργαλειούς. Άλλες 3 κλωστοϋφαντουργίες με 26.500 αργαλειούς στην Έδεσσα και Θεσσαλονίκη ανήκουν εξ’ ολοκλήρου σε Ναουσαίους. Η Νάουσα ελέγχει έτσι εκείνη την εποχή 6 από τις 10 μονάδες της Μακεδονίας που με τη σειρά της είχε τις μισές μονάδες παραγωγής ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 90% των εργαζομένων στις μηχανοποιημένες μονάδες επεξεργασίας μαλλιού ελέγχονταν από Ναουσαίους. Τη ίδια χρονιά η πόλη διέθετε επίσης 3 μεγάλους και δεκάδες μικρούς μύλους, 3 ξυλουργικές μονάδες, και δεκάδες πιεστήρια, μεταξουργεία και μικρότερες βιοτεχνίες επεξεργασίας μαλλιών.
Η οικονομική ανάπτυξη θα συνεχιστεί αμείωτη και με την πόλη σαν τμήμα του Ελληνικού κράτους. Νέες βιομηχανικές μονάδες ιδρύονται, η γεωργία εκσυγχρωνίζεται με την συστηματική δεντροκαλλιέργεια και το εξωτερικό εμπόριο σημειώνει άλματα. Ο πληθυσμός της πόλης θα γνωρίσει σημαντική αύξηση μετά τη Μικρασιατική καταστροφή με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1922, καθώς μεγάλος αριθμός Ποντίων και Μικρασιατών προσφύγων θα εγκατασταθούν στη Νάουσα.
Κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής Ναουσαίοι θα συμμετάσχουν ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Ο μεγάλος όγκος των εργατών που υπήρχε στην πόλη είχε γίνει από προπολεμικά πεδίο στρατολόγησης για το ΚΚΕ. Ταυτόχρονα όι ορεινοί όγκοι γύρω από τη Νάουσα εδιναν την δυνατότητα οργάνωσης ανταρτικών ομάδων. Ετσι στα γύρω βουνά ο (κομμουνιστικός) ΕΛΑΣ ο οποίος δεν ανέχεται άλλες οργανώσεις, εγκαθιστά το αρχηγείο και κέντρα υποδοχής στρατολογημένων. Ταυτόχρονα ξεκινάει η εμφύλια διαμάχη για τον έλεγχο του αντιστασιακού κινήματος. Παράλληλα με την κατοχή και η τρομοκρατία. Στις 12/9/43 δολοφονήθηκε έξω από την Νάουσα η καθηγήτρια Ειρήνη Στράτση επειδή ήταν μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης Τσιγάντε και δεν ήθελε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ. Στις 12/9/43 δολοφονήθηκε έξω από την Νάουσα η εργάτρια Στέλλα Καραδημητρίου επειδή μιλούσε εναντίον του ΚΚΕ. Τον Σεπτέμβριο του 1943 ολοφονήθηκε ο Δημήτρης Λουκοβίτης και η σύζυγος του επειδή αρνήθηκαν να δώσουν εισφορά στον ΕΛΑΣ. Τον ίδιο μήνα δολοφονήθηκαν οι αδελφοί Λάζαρος και Δημήτρης Τσάκαλος επειδή μιλούσαν εναντίον του ΕΛΑΣ, ο αγροφύλακας Πεγκαλης, ο αγρότης Κωνσταντίνος Πάρδαλης επειδή αρνήθηκε να δώσει εισφορά στο ΚΚΕ και οι Αθανασία Τσιγκογιάννη η κόρη της Χρυσούλα και ο οκτάχρονος γιος της τελευταίας επειδή «ήταν όργανα της αντίδρασης». Στις 26/11/1943 δολοφονήθηκε ο Χαράλαμπος Κατής επειδή δεν ήθελε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου δολοφονήθηκαν οι Αδαμαντία Στεργιάννα και Μαρία Τσιμπουκλή επειδή μιλούσαν εναντίον του ΚΚΕ, ο Νικόλαος Σαμαράς (υπαξιωματικός του στρατού επειδή δεν ήθελε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ και υποστήριζε την ΠΑΟ) και ο Αχιλλέας Σαμαρτζίδης επειδή επίσης δεν ήθελε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ.
Την παραμονή των Χριστουγένων του 1943 σειρά είχαν οι εργάτριες Καλυψώ Λάτση και Μαρίκα Σκαρλάτου επειδή μιλούσαν εναντίον του ΚΚΕ και δύο μέρες μετά η εργάτρια Ιουλία Ματσακίδου.
Στις 18/1/44 δολοφονήθηκαν οι Γεώργιος Περδικάρης (τέως δήμαρχος) και Δημήτρης Μπρίλλης (βιομήχανος) επειδή «ήταν εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας». Μέχρι το καλοκαίρι σειρά οι εργάτριες Φανούλα και Ξανθίππη Ζέλιου και η Πόπη Ζέλιου νοσοκόμα ο Κώστας Μαραγκός επειδή δεν έδωσε λεφτά γιά το ΚΚΕ και οι εργάτριες αδελφές Τζίσμπαμ και οι εργάτες Α. και Δ. Δούδος επειδή ήταν «λακέδες της μπουρζουαζίας», ο τέως Δήμαρχος Ναούσης Θεόδωρος Λαναράς, οι Σωτήριος Σέρμπος, Ρωξάνη Πάζη και Παναγιώτα Πάζη και ο αγροφύλακας Χαραλαμπίδης
Τον Ιούνιο δολοφονήθηκε η μαθήτρια της Δ Γυμνασίου Καλυψώ Λαφάρα επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ και λίγο αργότερα (14/9/44) ο έμπορος Αστέριος Χατζηνώτας στα πλαίσια της προληπτικής εκκαθάρισης πιθανών πολιτικών αντιπάλων.
Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1944, ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει τη Νάουσα. Τον Μάιο του 1945 θα γίνουν μεγάλες απεργίες του εργατικού κινήματος. Στον Εμφύλιο που ακολούθησε την Κατοχή, η πόλη θα δεχτεί συχνά αντάρτικες επιθέσεις. Το Αύγουστο του 1946 η πόλη θα δεχτεί επι τρεις μέρες επίθεση απο μεγάλες ομάδες ανταρτών. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς η πόλη θα χτυπηθεί και πάλι από δύναμη 400 κομμουνιστών. Μεγάλο τμήμα της Νάουσας, που απαριθμούσε περίπου 12.000 κατοίκους θα πέσει θύμα της φωτιάς. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1949 η πόλη θα καταληφθεί για δυο-τρεις μέρες, κατά την διάρκεια της κατάληψης της η πόλη θα πυρποληθεί και πολλοί κάτοικοι ιδίως νέες και νέοι θα απαχθούν βίαια. Ταυτόχρονα εκτελούνται οι περισσότεροι από τους επιφανείς πολίτες μεταξύ των οποίων ο Δήμαρχος της πόλης. Αρκετοί από τους βίαια στρατολογηθέντες θα βρουν τον θάνατο λίγες μέρες αργότερα, καθώς θα ριχτούν αγύμναστοι και στην πρώτη γραμμή στην μάχη της Φλώρινας (12.02.49). Τον Ιούνιο 1949 η Νάουσα θα ξαναδεχτεί επίθεση και 300 κάτοικοι θα γίνουν όμηροι. Η Πολεμική Αεροπορία θα πλήξει όμως τους οπισθοχορούντες αντάρτες που θα αφήσουν τελικά τους απαχθέντες ελεύθερους.
Μετά το τέλος του Εμφυλίου η Νάουσα ξαναγεννιέται από τη στάχτη της. Τα καταστραμμένα εργοστάσια ξαναχτίζονται, χιλιάδες εργάτες ξαναβρήκαν δουλειά και το πυρπολημένο αρχοντικό κέντρο ανοικοδομήθηκε. Από την δεκαετία του ‘50 μέχρι και σήμερα παράγονται οι φλοκάτες στη Νάουσα. Συνάμα στον τομέα της γεωργίας καινούργιες δυναμικές καλλιέργειες θα συντελέσουν στην παραπέρα ανάπτυξη της πόλης και ο πλούσιος δασικός πλούτος του Βερμίου θα αξιοποιηθεί κατάλληλα.
Η σημερινή Νάουσα είναι πλέον μια πόλη όπου το μοντέρνο συνυπάρχει με το παλιό και κάθε επισκέπτης ντόπιος ή ξένος θα μείνει ευχαριστημένος.

Αδελφοποιημένες πόλεις
Η πόλη της Νάουσας έχει αδελφοποιηθεί με:
Φας Τουμενίλ (Faches-Thumesnil, Γαλλία) (από το 1992)
Νάουσα (Πάρου) (από το 1993)
Ζγκο Ζέλετς (Zgorzelec, Πολωνία)
Ποντγκόριτσα (Podgorica, Σερβία και Μαυροβούνιο)
Ασένοφγκραντ (Αsenovgrad, Βουλγαρία)
Με την Πέργαμο (Bergama, Τουρκία) έχει υπογραφεί πρωτόκολλο φιλίας και συνεργασίας.

Κουλτούρα και αξιοθέατα

Αρχαιολογικοί χώροι
Από την ελληνιστική περίοδο πολλά είναι τα αξιοθέατα που μπορεί να δει ο επισκέπτης, όπως αναφέρθηκε πρωτύτερα στον τομέα της ιστορίας. Ειδικότερα αυτά είναι:
Η Σχολή του Αριστοτέλη στη θέση “Ισβόρια” της Νάουσας.
Το αρχαίο θέατρο της Μίεζας στον Κοπανό.
Ο μεγάλος Μακεδονικός τάφος «Κρίσεως» στον Κοπανό.
Ο Μακεδονικός τάφος των Λύσωνος και Καλλικλέους στα Λευκάδια.
Ο Μακεδονικός τάφος των Ανθεμίων στον Κοπανό.
Ο Μακεδονικός Τάφος του ‘’Kinch’’ στον Κοπανό.

Μουσεία
Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο: Έχει εκθέματα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Νάουσας και τών περιχώρων. Στα εκθέματα συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων τοπικές στολές της πόλης και της περιοχής, υφαντά, αργαλειοί, όπλα και κοσμήματα. Βρίσκεται στην οδό Αγ. Δημητρίου 10.
Μουσείο Οίνου και Αμπέλου: Βρίσκεται στην οδό Χατζημαλούση 17, στο σπίτι του Ιωάννη Μπουτάρη, ιδρυτή της ομώνυμης εταιρίας. Πρόκειται για παραδοσιακό νεοκλασικό κτίριο του 1908, που αποτέλεσε και το πρώτο οινοποιείο της πόλης. Στο μουσείο μπορεί ο επισκέπτης να πληροφορηθεί για την ιστορία και για την διαδικασία παραγωγής κρασιού στην περιοχή και για όλα τα απαραίτητα αντικείμενα γύρω από το κρασί.
Λαογραφικό Μουσείο Βλάχων: Έχει εκθέματα από την ζωή των Ναουσαίων Βλάχων. Μεταξύ άλλων θα δει κανείς αργαλειούς, φλοκάτες και στολές. Βρίσκεται στην οδό Σοφρωνίου 23.
Εύξεινος Λέσχη Ποντίων Νάουσας: Εδώ θα βρει ο επισκέπτης μια μεγάλη βιβλιοθήκη που περιέχει και σχεδόν 1.000 βιβλία από την Βιβλιοθήκη της Αργυρούπολης του Πόντου τα οποία έφεραν από τον Πόντο το 1923 οι πρόσφυγες. Αρχικά ήταν γύρω στα 5.000, αλλά πολλά καταστράφηκαν από την κατέρρευση του κτιρίου όπου στεγάζονταν αρχικά, άλλα πάλι μοιράστηκαν και άλλα έγιναν αντικείμενο κλοπής. Τώρα γίνεται προσπάθεια σωτηρίας των εναπομείναντων βιβλίων με αντιγραφή σε σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα, μελέτη και συντήρηση.
Συλλογή Σιμανίκα: Πρόκειται για ιδιωτική συλλογή κλασσικής μουσικής που δωρήθηκε στον Δήμο. Η συλλογή περιλαμβάνει σωρεία δίσκων, CD, κασετών και βιντεοταινιών.

Αρχιτεκτονικά αξιοθέατα
Σήμα κατατεθέν της πόλης είναι ο Πύργος του Ρολογιού, κοινώς «Ρολόι» που βρίσκεται μπροστά από το Δημαρχείο. Είναι δωρεά του βιομήχανου Γεώργιου Αναστασίου Κύρτση, χτίστηκε το 1895 με πορόλιθο και είναι ύψους 25 μέτρων. Ο μηχανισμός του είναι ακόμα ο πρωτότυπος και πρέπει να κουρδιστεί ακόμη. Υπάρχουν σκέψεις να καταστεί προσβάσιμος για επισκέπτες και να επιτρέψει την θέα πάνω από την πόλη.
Καινούριο σήμα κατατεθέν τείνει να γίνει ο Οβελίσκος που είναι τοποθετημένος στην κεντρική πλατεία της πόλης, έχει κατασκευαστεί το 2000 και ολοκληρωθεί το 2002. Έχει ύψος 11 μέτρα και θεωρείται από τους δέκα ψηλότερους του κόσμου.
Η πόλη δεν διαθέτει παλιές εκκλησίες. Οι παλαιότεροι ναοί (Αγίου Γεωργίου και Παναγίας) χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα και είναι τρίκλητες βασιλικές. Ακόμα παλαιότεροι ναοί που καταστράφηκαν το 1822 αντικαταστήθηκαν από μεταγενέστερες εκκλησίες.
Τα παραδοσιακά κτίρια μακεδονικού ρυθμού που υπάρχουν στη Νάουσα καταλαμβάνουν συνύθως αρκετά μεγάλο όγκο και είναι δυόροφα με εσωτερική αυλή. Είναι κατασκευασμένα από πωρόλιθους, πλιθιά και ξύλα. Δυστυχώς σήμερα διασώζονται ελάχιστα απ’αυτά. Συγκεντρώνονται σε διάφορες συνοικίες/γειτονιές της πόλης: Ενώ στα «Πουλιάνα» και στα «Μπατάνια» υπάρχουν τα μεγαλύτερα, αστικά κτίρια, στα «Αλώνια» κυριαρχούν οι μικρότερες λαϊκές κατοικίες.
Από τα μεμονωμένα κτίρια άξια μνείας είναι τα σχολεία «Γαλάκεια» και «Σεφέρτζειο» και το «Λάππειο» Γυμνάσιο που ονομάστηκαν έτσι από τα ονόματα τών δωρητών.

Φύση και πάρκα
Η Νάουσα διαθέτει ένα δημοτικό πάρκο έκτασης 30 περίπου στρεμμάτων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά την θέα στον κάμπο της Ημαθίας, τον ανθόκηπο αλλά και μία λίμνη έκτασης 1,5 περίπου στρεμμάτων που φιλοξενεί ψάρια, πολύχρωμες πάπιες και ένα κύκνο.
Τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης βρίσκεται το Άλσος του Αγίου Νικολάου. Μια έκταση 60 στρεμμάτων που φιλοξενεί το μοναδικό στην Ελλάδα υπεραιωνόβιο άλσος πλατάνων αλλά και μια μικρή τεχνητή λίμνη για ψαρέμα.

Ιστοσελίδα του Δήμου Νάουσας : http://www.naoussa.gr/ 

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ

Κατηγορίες: Νάουσα - Νιάουστα — tomasnao @ 6:04 μμ
Tags: , ,

Πανηγυρικός που εκφωνήθηκε στις 4 Απριλίου 1997 για την 175η επέτειο του Ολοκαυτώματος από την καθηγήτρια του 1ου Γυμνασίου Νάουσας κ. Καρυδά -Μυλωνά Μαρία.

Αλλ’ ήλιος, άλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
Ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Κι ο ουρανός καμάρωνε κι η γη χεροκροτούσε,
Κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης
Όμορφη, πλούσια κι άπαρτη και σεβαστή κι αγία

Με τους παραπάνω στίχους του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού προλογίζει ο Ρώσος Φιλέλληνας και ιστορικός Ιωάννης Πετρώφ το κείμενο που συνέταξε για το Ολοκαύτωμα της Νάουσας στο βιβλίο του «Άτλας του υπέρ ανεξαρτησίας Ιερού των Ελλήνων Αγώνος 1821- 1828» Και γράφει: άφθαστες σελίδες ηρωισμού έγραψε, ύστερα από την άτυχη επανάσταση της Χαλκιδικής, η Δυτική Μακεδονία με κέντρο τη Νάουσα, πατριωτική έπαλξη και μοναδικό όπλο όλης της Μακεδονίας. Η ιστορία, η επανάσταση και το ένδοξο ολοκαύτωμα της ωραίας και υπερήφανης αυτής Μακεδονικής πόλης, παρουσιάζεται σαν περίληψη όλης της Ελληνικής ιστορίας στα ηρωικότερά της φανερώματα και αποτελεί ύλη τραγωδίας και έπους.
Κυρίες και κύριοι,
Στο βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά μας και στο σημείο που τώρα εμείς βρισκόμαστε, διαδραματίστηκε μια κορυφαία πράξη ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτοθυσίας για την αποφυγή της σκλαβιάς και της ατίμωσης. Αισθάνεται βαριά την ευθύνη η σημερινή ομιλήτρια, όταν μέσα σε λίγα λεπτά, μέσα στα στενά χρονικά όρια ενός πανηγυρικού λόγου θα πρέπει να μιλήσει για αγώνες ανδρών και γυναικών, για αίματα και φωτιές, για δάκρυα και πόνο αλλά συγχρόνως και για λεβεντιά, υπερηφάνεια, αγάπη για τη ζωή και έρωτα για την τιμή και τη λευτεριά. Όταν μέσα σε λίγες σελίδες πρέπει να κλείσει το μεγαλείο της Ελλάδας, μιλώντας για μια πόλη σαν τη Νάουσα. Νάουσα, πόλις ηρωική, κτισμένη σ’ ένα ψηλό αντέρεισμα του Ανατολικού Βερμίου, σχηματισμένο από το άνοιγμα δύο άγριων φαραγγιών που χαμηλώνουν απότομα προς τον κάμπο της Ημαθίας, στα σύνορα της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Στεριώνει τις πλάτες της στο δασωμένο Βέρμιο, ενώ μπροστά της απλώνονται καταπράσινες πλαγιές και κάμπος γεμάτος αμπέλια, ροδακινιές και μηλιές. Δεξιά και αριστερά της πόλης κυλούν με βρόντο σκουρόχρωμα νερά που έχουν τις φλέβες τους στην καρδιά του Βερμίου. Είναι άραγε νέα, όπως τη θέλει η ιστορία, ίδρυση της πόλης στα τέλη του 14ου αιώνα, ή παλιά, όπως δείχνουν τα Σπήλαια της Σχολής του Αριστοτέλη και τα απομινάρια ιερού στις διπλανές πηγές, οι τάφοι και τα ερείπια των αρχαίων Μακεδόνων που ξεθάβονται στα θεμέλιά της και όπως το βροντοφωνάζουν τα νερά της Αράπιτσας που χρόνια ολόκληρα ρέουν ασταμάτητα ποτίζοντας τις πανάρχαιες ρίζες της; Είναι μαζί παλιά και νέα η Νάουσα. Είναι η μοίρα μας, είναι η μοίρα της Ελλάδας και του Έλληνα. Οι παλιότεροι περιηγητές που πέρασαν από τη Νάουσα στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και οι σημερινοί επισκέπτες γοητεύονται από τις φυσικές ομορφιές του τοπίου και τη φιλόξενη διάθεση των Ναουσαίων και κάποιοι απορούν. Πώς είναι δυνατόν μια τέτοια πόλη, προικισμένη από τη φύση, δουλεμένη από τους κατοίκους, πλούσια, όμορφη, σχεδόν ημιανεξάρτητη, με τόσα προνόμια δοσμένα από τη Βαλιντέ Σουλτάνα, να ξεσηκωθεί και να μπει στον αγώνα κατά των Τούρκων θυσιάζοντας τα πλούτη της και την ευημερία της; “Ελεύθερη Μητρόπολη των Χριστιανών της πέραν του Αξιού Μακεδονίας” την αποκαλεί ο Γάλλος περιηγητής και ιστοριογράφος Πουγκεβίλ. Κι όμως η Νάουσα ξεσηκώθηκε σύσσωμη το Φλεβάρη του 1822. Με επικεφαλής εκλεκτά τέκνα του, ο λαός της Νάουσας θεώρησε χρέος του να πάρει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα που είχε ήδη αρχίσει και βρισκόταν σε εξέλιξη στη Νότια Ελλάδα. Άλλωστε δεν θα ήταν η πρώτη φορά, αφού μερικά χρόνια πριν, στα 1795, οι Ναουσαίοι είχαν αποκρούσει τρεις πολιορκίες του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος έφτασε στο σημείο να πει “Τα Γιάννενα κι αν με γέρασαν η Νάουσα θα με πεθάνει”. Μυημένοι από νωρίς οι πρόκριτοι του τόπου στη Φιλική Εταιρεία, έχοντας παράδοση οι κάτοικοι στην οπλουργία και στην πολεμική τέχνη, πλαισιωμένοι από αρματωλούς και κλέφτες του Βερμίου, με αρχηγούς μεγάλες μορφές όπως ο Ζαφειράκης Λογοθέτης, ο Γεροκαρατάσος και ο Αγγελής Γάτσος από την Έδεσσα, αποφασίζουν να μπουν στην επανάσταση.
3 Μαρτίου 1822.
Ημέρα Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η σημαία της λευτεριάς με το χρυσοκέντητο αναγεννώμενο φοίνικα ξεδιπλώνεται στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου και τα συγκεντρωμένα πλήθη μαγνητίζονται από τα λόγια του άρχοντα Ζαφειράκη. Μέσα σε φρενίτιδα ενθουσιασμού και με τις ευλογίες του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου δίνουν όρκο πίστης για «Λευτεριά ή θάνατο»Κι ο αγώνας αρχίζει. Εξοντώνουν τον κατή Αβδούλ Βεχάπ και την Τούρκικη φρουρά της πόλης, εκλέγουν πολιτικό αρχηγό το Ζαφειράκη και διορίζουν γενικό στρατιωτικό αρχηγό της επανάστασης το Γερο- Καρατάσο. Η πρώτη επίθεση των επαναστατημένων Ναουσαίων γίνεται κατά της Βέροιας. Η Τούρκικη φρουρά τρομοκρατημένη φεύγει αλλά οι Έλληνες δεν μπαίνουν στην πόλη, επειδή μαθαίνουν ότι φθάνει Τούρκικο σώμα από τη Θεσσαλονίκη. Γυρίζουν στη Νάουσα, αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν με όλες τους τις δυνάμεις τα στρατεύματα του Βαλή της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ. Ο Γάτσος πιάνει ένα πυκνό δάσος έξω από την πόλη, κοντά στο Αρκουδοχώρι. Ο Καρατάσος οχυρώνεται στη μονή της Παναγίας του Δοβρά και ο Ζαφειράκης με τους υπαρχηγούς του Τσιάμη Καρατάσο, Φίλιππο Θεοδοσίου, Γιαννάκη Καρατάσο και Ζώτο αναλαμβάνουν την άμυνα της πόλης.
12 Μαρτίου 1822.
Ο Κεχαγιάμπεης του Εμπού Λουμπούτ χτυπά με τα ασκέρια του το μοναστήρι της Παναγίας του Δοβρά. Η επίθεση αντιμετωπίζεται ηρωικά από τα παλικάρια του Γεροκαρατάσου και ο κεχαγιάμπεης υποχωρεί ηττημένος.
16 Μαρτίου 1822.
Αγανακτισμένος ο Εμπού Λουμπούτ αναλαμβάνει ο ίδιος την πολιορκία της Νάουσας. Επιτίθεται επανηλλειμένα κατά της πόλης αλλά οι προσπάθειές του δεν καρποφορούν. Βλέποντας ότι το πάρσιμο της πόλης ήταν πολύ δύσκολο και αναλογιζόμενος τις δικές του απώλειες προτείνει στο Ζαφειράκη και στους Ναουσαίους να του παραδώσουν την πόλη τάζοντάς τους αμνηστία και πλούτη. Οι Ναουσαίοι αρνούνται. «Μπέσα στους Αγαρινούς δεν δίνουμε. Ή θα λευτερωθούμε ή θα πεθάνουμε» είναι η απάντησή τους. Οι επιθέσεις των Τούρκων γίνονται τώρα ακόμα πιο ορμητικές. Το μαντάτο που έφτασε από την Υψηλή Πύλη σταλμένο από το Σουλτάνο «Πέτρα στην πέτρα να μη μείνει και ούτε πετεινού λαλιά να μην ακουστεί στις ρημαγμένες και στις ματωμένες όχθες της Αράπιτσας» πρέπει οπωσδήποτε να πάρει σάρκα και οστά. Και η πολιορκία συνεχίζεται. Μα η Νάουσα βαστάει. Όμως ως πότε; Οι άντρες αραιώνουν, τα πολεμοφόδια σώζονται, τα καριοφίλια αχρηστεύονται από την πολύ χρήση, τα τρόφιμα τελειώνουν και ελπίδα για βοήθεια από πουθενά. Κι ο εχθρός πολυάριθμος κι έχει ρίξει στη μάχη και κανόνια.
18 Απρίλη 1822.
Πατιέται η πύλη του Αγίου Γεωργίου. Μανιασμένοι οι Τούρκοι ορμούν στην πόλη σκορπίζοντας παντού τον όλεθρο και την καταστροφή. Οι ηρωισμοί όμως των Ναουσαίων δεν σταματούν. Κάθε σπίτι γίνεται ταμπούρι, κάθε πέτρα όπλο, κάθε δάκρυ μαχαίρι. Το αίμα κυλάει στο αφράτο χώμα και πυκνοί καπνοί ανεβαίνουν στον αιμάτινο ουρανό. Αντιστέκονται στο ναό του Αγίου Δημητρίου ο Βαρβαρέσης με τους Σιουγγαρέους υπερασπιζόμενοι τα γυναικόπαιδα και την εκκλησία, μα πέφτουν όλοι νεκροί. Οχυρώνονται οι οπλαρχηγοί Ζώτος, Τσιούπης και Κωτούλας Καρατάσος σε ένα μεγάλο σπίτι και προσπαθούν να αναχαιτίσουν το Τούρκικο ασκέρι. Αλλά οι δυνάμεις λιγοστές. Ακολουθεί ηρωική έξοδος και τέλος φωτιά στην πυριτιδαποθήκη. Ολοκαύτωμα, σαν εκείνο του Καψάλη και του Γιωργάκη Ολύμπιου. Ο πύργος του Ζαφειράκη, όπου είχαν μαζευτεί πάνω από 500 γυναικόπαιδα και 400 παλικάρια αντιστέκεται ακόμα. Μάταια; Ποιος ξέρει!
Στις 21 του Απρίλη αποφασίζουν ηρωική έξοδο και εξαπατώντας τους Τούρκους κατορθώνουν να διασώσουν μερικά γυναικόπαιδα και να τα οδηγήσουν στον άγιο Νικόλαο. Οι Τούρκοι μπαίνουν στον πύργο και κατασφάζουν τους εναπομείναντες υπερασπιστές του, παίρνοντας ομήρους τις οικογένειες των οπλαρχηγών και πολλά γυναικόπαιδα. Οι μάχες συνεχίζονται μέρα νύχτα στους δρόμους, στα καλντερίμια, στις όχθες της Αράπιτσας. Και να πως περιγράφει η Θάλεια Σαμαρά τη σκηνή της μεγάλης θυσίας των γυναικών. Αλαφιασμένες 13 νέες κοπέλες και μανούλες με μωρά στην αγκαλιά, μέσα απ τα χαλάσματα και τους καπνούς, τρέχουν προς τις ακρινές συνοικίες της πόλης με μια απεγνωσμένη κραυγή στο στόμα «στο βουνό, να σωθούμε». Βγαίνουν στην εξοχή, σταματούν, η ανάσα κόβεται, τα πόδια τρέμουν, τα μωρά βαραίνουν στις αγκαλιές, μα η ελπίδα τις δίνει φτερά. Κοντεύουν στο γιοφύρι της Αράπιτσας, στους Στουμπάνους, ίσως προλάβουν να σωθούν. Μα από μακριά ακούγεται σάλαγος, χλαλοή, ξεκαθαρίζει ποδοβολητό αλόγων, φωνές και βρισιές. Οι Τούρκοι “Αχ Παναγιά μου” θα τις προλάβουν. Κι ύστερα ξέρουν τι τις περιμένει ατίμωση και το σκλαβοπάζαρο. Η σκέψη τις τρελαίνει, πνίγονται. Ανασασμός μόνο ο θάνατος. Για μια στιγμή χαμένες, σταματάνε. Κάτω απ’ τα πόδια τους με βουητό πέφτουν τα αφρισμένα νερά της Αράπιτσας. Είναι τα νερά τους. Από μικρές ο ήχος τους τις νανούριζε, τις συντρόφευε σ’ όλες τις ώρες της ζωής τους, είναι κατάδικά τους, αγαπημένα, και ο θάνατος εδώ στην αφρισμένη τους δίνη θάναι γλυκός λυτρωμός. Και ο χορός ξεκινά. Η πρώτη κοπέλα πέφτει και ακολουθούν κι άλλη, κι άλλη, σφίγγοντας στον κόρφο τους τα βρέφη και ζητώντας συγχώρεση απ’ αυτά. Ο απανωτός γδούπος των κορμιών δένεται με τη βουή του καταρράχτη. Ο πόνος, ο λυγμός και το παράπονο πνίγεται, σβήνει στους αφρούς, μα ψηλά στον αέρα ανεβαίνουν ανάλαφρες οι ψυχές. Επιτέλους λεύτερες! Η σφαγή στην πόλη συνεχίζεται για 5 ημέρες. Και η διαταγή του Σουλτάνου εκτελείται. Η Νάουσα πάρθηκε. Κάηκαν τα σπίτια, γκρεμίστηκαν τα τείχη, χαλάστηκε η γη, οι κάτοικοι εξανδραποδίστηκαν, οι περιουσίες δημεύτηκαν. Πέρασε ο τύραννος και τα ρήμαξε όλα. Έτσι τουλάχιστον νόμισε, όπως νομίζει κάθε άμυαλος χαλαστής. Πάρθηκε η Νάουσα; Όχι! Η Νιάουστα, η περήφανη, η αγαπημένη, αυτή δεν μπορούσε να παρθεί ποτέ. Η Νάουσα δεν πάρθηκε, ξαναγεννήθηκε, γιατί πίστεψε πως επιτυχία δεν είναι τα πλούτη αλλά η λευτεριά. Ξαναγεννήθηκε η Νάουσα γιατί είχε κρυμμένη μέσα της την ανάσα της αιώνιας Ελλάδας. Η φωνή της, η φωνή της αφοβιάς του θανάτου, ο έρωτας της λευτεριάς και της ζωής μιλάει στις ψυχές και τις συγκλονίζει. Και το θαύμα γίνεται. Κοιτάξτε τις όχθες της Αράπιτσας. Οι Ναουσαίες δεν είναι πια μόνες. Στο χορό είναι πιασμένες Σουλιώτισσες, κόρες της Θεσσαλίας, του Μωριά και της Θράκης. Γυναίκες των Αιγαιοπελαγίτικων νησιών, των Επτανήσων, της Κρήτης και της Κύπρου, γυναίκες της Μικρασίας και του Πόντου.Ας χαιρετίσουμε λοιπόν αυτόν τον αναστάσιμο χορό, το χορό που μέσα στα ανάλαφρα λικνίσματά του κρατάει ακμαίο το μυστικό της αιώνιας Ελλάδας. Κι ας κλείνουμε ευλαβικά το γόνυ σε αυτόν τον τόπο που έγινε σύμβολο. Γιατί τα σύμβολα δεν χάνονται. Είναι αυτά που κρατούν ζωντανά τα έθνη και δημιουργούν οράματα για το μέλλον.

ΤΡΙΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Τρία πουλάκια κάθουνταν επάνω στο Καρατάσι
Το ‘να τηρεί τα Βοδενά, τ’ ‘άλλο κατά τη Βέροια,
το τρίτο το μικρότερο μοιρολογάει και λέγει
“Βάστα καημένη Νιάουστα τ’ Αλή πασά τ’ ασκέρι
καθώς βαστούν τα Γιάννινα χειμών’ και καλοκαίρι.
Τι να βαστίξω η ορφανή και τι να νταγιαντήσω
Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δε είναι τρεις και πέντε,
μον’ είναι μήνες τέσσαρες και μέρες δεκαπέντε.
Άιτε ντελή Ζαφείρη μου, Μπράχο και Κωνσταντίνε μου”.

ΚΑΠΕΤΑΝ ΡΟΜΦΕΗΣ Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΑΡΜΑΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΝΙΑΟΥΣΤΑΣ

Ατός του τούδε τ’ όνειρο ο καπετάν Ρομφέης.
Ουδ’ έτρωγεν, ουδ’ έπινεν, ουδέ χαροκοπάει,
μον’ τ’ άρματά του τήραε, στέκει και τα ρωτάει:
Τουφέκι μου περήφανο, σπαθί μου πέρα-πέρα,
σαράντα χρόνους το έκαμα αρματολός και κλέφτης,
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα
και το τουφέκι στο πλευρό όσο να ξημερώσει.
Ατός μου τούδα τ’ όνειρο, καλά θε ν’ αποθάνω.
Της νύχτας το περπάτημα και της αυγής ο ύπνος!
Σαν παν τ’ αηδόνια στες φωλιές κι ομορφονιές να πλύνουν
πήρα κι εγώ τον ταϊφά να πάω να πολεμήσω.
Στη στράτα που επήγαινα, στο δρόμο που πηγαίνω
και βρίσκω ένα γέροντα, στέκω και τον ρωτάω:
-Καλή σου μέρα, γέροντα, -Καλώς τον καπετάνιο!
Καπτάν Ρομφέη, πούθ’ έρχεσαι και πούθε να πηγαίνεις;
-Απ’ τη Λασσόνα έρχομαι, στην Κατερίνα πηαίνω
-Αυτού μπροστά τουρκόσπιτα κι είναι Κονιαροχώρια
-Εγώ Τούρκους δε σκιάζομαι, Κονιάρους δε φοβούμαι,
εγώ ‘μ’ Ρομφέης ξακουστός, Ρομφέης ξακουσμένος.
Κι επήγε κι αποκλείστηκε μέσα σε μια κλησούλα.
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο και πέντε μερονύχτια.
Φέρνουνε τόπι απ’ τη στεργιά, κανόνια του πελάγου
να ρίξουν να χαλάσουνε αυτό το ρημοκκλήσι
κι αυτός έτρωγε κι έπινε, στο νου του δεν το βάνει.
Πρώτο γιουρούσι έκαμε με το σπαθί στο χέρι,
πέντε παιδιά του βάρεσαν, τον Κωνσταντή Τσαμάρα,
ψιλή φωνούλα έσυρεν, όσο κι αν ημπορούσε
“πάρε με, καπετάνιο μου, και μη μ’ αφήσεις πίσω”.
Πίσω γιουρούσι έκαμε και πάει σκοτωμένος.
Τον κλαίνε χώρες και χωριά, τον κλαίνε βιλαέτια,
τον κλαίει η μαύρη Νιάουστα κι η μαύρη Κατερίνη.
Ένα πουλάκι ξέβγαινε απ’ το χωριό Ολύμπου,
μέρα και νύχτα περπατεί, μέρα και νύχτα κλαίει
και ψάχνει για την κλεφτουριά, τον καπετάν Ρομφέη,
μα ουδέ στ’ Όλύμπου, φάνηκε μηδέ στην Κατερίνη.
Μας είπαν πέρα πέρασε, στη Νιάουστα πηγαίνει.
Βάστα, καημένη Νιάουστα, τ’ Αλή πασά τ’ ασκέρι
πως το βαστούν στα Γιάννινα χειμών’ και καλοκαίρι.
-Τι να βαστάξω η ορφανή και τι να νταγιαντίσω,
δεν πολεμούνε κλεφτουριά, αλλ’ ούτε και ζορμπάδες,
μον’ πολεμάει Αλή πασάς με δεκαοχτώ χιλιάδες…

ΟΥ ΚΥΝΗΓΟΣ (Νάουσας)

Σηκώνουμι ένα προυί τρεις ώρις πριν να φέξει,
παίρνου νιρό κι νίβουμι κι πάνου για κυνήγι.
Στου δρόμου που ιπήγινα βρίσκου ένα κυπαρίσσι,
βρίσκου κι κόρη που’ πλυνιν σι μαρμαρένια βρύση.
-Καλημιρά σου, λυγιρή! – Καλό στον κυνηγιάρη!
Για δέσι τα σκυλάκια σου σι λιμουνιάς κλουνάρι.
-Κόρη μου, τα σκυλάκια μου λαγούς πουλάκια πιάνουν
κι σαν ισένα λυγιρή πουτές δεν την δαγκάνουν.
Κι ου κυνηγός της έρριξιν μαντήλι να του πλύνει
κι η κόρη απού του φόβου της ουπίσου της του δίνει.
Η μάνα της την ίγλιπιν απού του παραθύρι.
-Ποιος είνι αυτός ου κυνηγός που σι έβαλιν στα ντέρτια
κι πώς δε συλλουγίστηκιν τα δώδικά σου αδέρφκια;
-Κι αν έχει δώδικα αδαρφούς κι αξάδαρφους σαράντα,
την κόρη σου την αγαπώ, τη θέλου δία πάντα!

Νιάουστα

Ο χαλασμός της Νάουσας

Τρία πουλάκια αμάν αμάν καθόντανε,
τρία πουλάκια αμάν αμάν καθόντανε,
στης Νάουσας το κάστρο,
Μακρυνίτσα μου
καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Το ‘να κοιτάει κι αμάν αμάν τα Βοδινά,
το ‘να κοιτάει κι αμάν αμάν τα
Βοδινά (Έδεσσα), και τ’άλλο Σαλονίκη,
Μακρυνίτσα μου
καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Το τρίτο το κι αμάν αμάν μικρότερο,
το τρίτο το κι αμάν αμάν μικρότερο,
μοιρολογεί και λέγει,
Μακρυνίτσα μου
καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Μας πάτησαν κι αμάν αμάν τη Νάουσα,
μας πάτησαν κι αμάν αμάν τη Νάουσα,
την πολυξακουσμένη,
Μακρυνίτσα μου
καημό που ‘χει η καρδίτσα μου.

Ιανουαρίου 22, 2008

Βιογραφικό

Κατηγορίες: Βιογραφικό - me — tomasnao @ 4:47 μμ
Tags: , , , ,

Bliatkas Thomas 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑhttp://bp3.blogger.com/_vxXEbK2nb88/RpX-M9Vt88I/AAAAAAAAAAs/HGNpz65-R8Y/s1600-h/Greece+20082005+004.JPG

  Ο Θωμάς Μπλιάτκας του Στέργιου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νάουσα όπου ζει και εργάζεται. Είναι παντρεμένος με την Πόπη Σινοπούλου και πατέρας δύο κοριτσιών, της Μαρίας και της Ελένης. Από το 1989 εργάζεται ως διοικητικό στέλεχος του Τ.Ο.Ε.Β. Νάουσας.Μέχρι σήμερα έχει έντονη και συνεχή  παρουσία στα κοινά της Νάουσας .

Διετέλεσε: Αντιπρόσωπος στην ΣΥΔΑΣΕ και Γενικός Γραμματέας του Προοδευτικού Αγροτικού Συλλόγου Νάουσας.Πρόεδρος της Τ. Ο. Νέας Δημοκρατίας  Νάουσας και Υπεύθυνος Συνδικαλισμού στην Νομαρχιακή Επιτροπή της Ν.Δ. Ημαθίας.Γραμματέας του Δ. Σ. στην ΕΚΟ Εργαζομένων και αναπληρωματικό μέλος στην Τοπική Διοικητική Επιτροπή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Νάουσας.Μέλος του Δ. Σ. της Δ.Ε.Τ. Νάουσας και μέλος της 5μελούς επιτροπής οικονομικών του Δήμου Νάουσας.

Είναι σήμερα: Πρόεδρος του Σωματείου Υπαλλήλων ΟΕΒ Ημαθίας και Πέλλας, μέλος στο Γενικό Συμβούλιο της ΓΣΕΕ, Γενικός Γραμματέας του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Νάουσας, Πρόεδρος της ΔΑΚΕ ιδιωτικού τομέα Ναούσης, μέλος στην Κεντρική Επιτροπή και Εκτελεστική Επιτροπή της ΔΑΚΕ ιδιωτικού τομέα.Ήταν Υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος Νάουσας το 1990 με το ψηφοδέλτιο «Δημιουργική Συνεργασία» του Γιώργου Γιαννικουρή, το 1994 με το ψηφοδέλτιο «Νάουσα – Αναγέννηση» του Γρηγόρη Λιόλιου, το 1998 με το ψηφοδέλτιο «Νέο ξεκίνημα» του Τρύφωνα Μαρκοβίτη, το 2002 με το ψηφοδέλτιο «Νάουσα πρώτη πόλη ξανά» του Βασίλη Τζώρτζη και το 2006 υποψήφιος με τον συνδυασμό του Γιάννη Σπάρτση «ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ για τη Νάουσα». 

 http://users.forthnet.gr/ver/mpliatkas/ 

http://users.forthnet.gr/nao/mpliatkas/

http://bliatkas.blogspot.com/

e-mail:

mpliatkas@ver.forthnet.gr

bliatkas@gmail.com

bliatkas@hotmail.com

Blog στο WordPress.com.